Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.


                                                                                        Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

 
1834. Η είσοδος και το καθολικό της μονής σχεδιασμένο με μολύβι δια χειρός Χριστιανού Χάνσεν.

Στον έρημο χώρο του λιμανιού, πριν καν ιδρυθεί η πόλη του Πειραιά και κτιστεί ο σημερινός ναός του προστάτη της Αγίου Σπυρίδωνα, στην ίδια ακριβώς θέση έστεκε το ομώνυμο μοναστήρι με το καθολικό, 
την εσωτερική αυλή, τα κελιά, τους χοντρούς τοίχους, τη θολωτή με διπλά θυρόφυλλα πύλη, τις πολεμίστρες [έτσι μας το περιγράφουν οι επισκέπτες του].
Φαίνεται να είναι παλιά η συνήθεια του αγιασμού των υδάτων μπροστά από τον Άγιο Σπυρίδωνα, θα σας εξηγήσω γιατί: στο βίο του Οσίου Σεραφείμ [γεν. περ. 1527, από το Ζέλι Λοκρίδος, κοσμικό όνομα Σωτήριος, γνωστός ως Όσιος Σεραφείμ «του εν Δομπώ», εορτάζει στις 6 Μαΐου], κάπου στα τέλη του 16ου αιώνα αναφέρεται ότι έπεσε στην Αττική ένα σμήνος καταστρεπτικών ακρίδων που απειλούσε τις  καλλιέργειες στους αγρούς των Αθηναίων, τα δένδρα και τη βλάστηση.
Τότε οι κάτοικοι θυμήθηκαν τον Σεραφείμ που ασκήτευε στη Βοιωτία. Τον έφεραν στον τόπο τους και τον παρακάλεσαν να τους απαλλάξει από τη θεομηνία.
Ο Σεραφείμ, σύμφωνα με τη διήγηση των θαυμάτων του που έγραψε ο διατελέσας και επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος Μεταξάς, κατέβηκε στον Πειραιά, πήγε στο μοναστήρι «και εκεί λιτανείας γενομένης έψαλεν αγιασμόν και ότε είπε το: "Σώσον Κύριε τον λαόν σου" και έβαλε τον Σταυρόν εις την θάλασσαν, ω του θαύματος! Άπαν το σμήνος των ακρίδων επισωρευθέν έπεσεν εις την θάλασσαν και απεπνίγει». 
Πολλοί ήπιαν από το νερό και «εθεραπεύθησαν από των χρονίων αυτών νόσων».
Ο Σεραφείμ πέθανε στα 1601-2, οπότε - αν πιστέψουμε το κείμενο και δεν είναι κατασκεύασμα – μαρτυρείται η ύπαρξη ναού ή της μονής κάπου στο μεσαίωνα πολύ πριν σημειωθεί στα έγγραφα και στα βιβλία των περιηγητών. (Αν και γινόταν κάθε χρόνο ο καθαγιασμός των υδάτων, τα Θεοφάνεια στον Πειραιά καθιερώθηκαν ως επίσημη τελετή με τη συμμετοχή των αρχών του κράτους το 1911).  
Δεν αναφέρεται όμως η μονή από τον οθωμανό περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή στη επίσκεψή του στην Αττική και στον Πειραιά στα 1667.. Ακόμη κι ο λεπτομερής ενετικός χάρτης του 1687, οι υπόλοιποι του 17ου αιώνα κι όσοι πέρασαν από το Porto Leone δεν κάνουν λόγο για την ύπαρξή του. Από τους λίγους μελετητές, 
ο G. Hertzberg κατεβάζει την ίδρυση του μοναστηριού στο 12ο αιώνα.  
Στο σχέδιο από τη σελ. 55 του χειρόγραφου πορτολάνου του Φρανσουά Αζάν (περίπου 1725) βρίσκονται στη θέση του λίγα κτήρια, με ένα ψηλότερο, ίσως του μοναστηριού. Πρόκειται για την οικία και τις αποθήκες του Γάλλου πρόξενου Pierre Aubert, πάνω στο οικόπεδο που του παραχωρήθηκε από τους μοναχούς της μονής του Αγίου Σπυρίδωνα. Επίσημα μνημονεύεται σε πωλητήριο συνταγμένο από τους νοτάριους (συμβολαιογράφους) Δημήτριο Πατούσα και Μιχαήλ Παπαγγελή στις 21.3.1738. Εν τέλει στο έργο των J. Stuart  - N. Revett (1751-54) διαβάζουμε  "Άγιος Σπιρίων" χωρίς καταγραφή στο χάρτη. 
Στα σχέδια του J. Roux (1764) και του Bellin (1771) έχουμε πλέον την ένδειξη Monastère. Στα 1765 ήλθαν από το Λονδίνο ο φιλόλογος Richard Chandler (1738 -1810) και ο σχεδιαστής William  Pars. Το βιβλίο του Travels in Greece δημοσιεύτηκε στα 1776. Τα μόνα κτήρια που είδαν ήταν ένα ελεεινό τελωνείο με λίγα υπόστεγα και στην ανατολική παραλία μια αποθήκη που ανήκε στους Γάλλους και ένα ελληνικό μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα. 
Στο χάρτη, σελ. 23, που συνοδεύει το κείμενο για τον Πειραιά διακρίνεται καθαρά Monastery of   
St. Spiridion.  
Με το πέρασμα των χρόνων οι πληροφορίες για τη μονή πληθαίνουν.
Επί πατριάρχη Σαμουήλ Χαντζερή τον Ιανουάριο του 1767, έγινε Σταυροπηγιακή.
Στα 1769 πουλιέται ένα δίριχτο μαγαζί «στο γιαλό στον Άγιο Σπυρίδωνα» για 45 ρεάλια. Ο αγωγός που έφερνε το νερό στη μονή έγινε με δαπάνη του Ιωάννη Ντέκα. Ο ίδιος άφησε με τη διαθήκη του στα 1757 (πέθανε το 1762) 400 κοινά δουκάτα για να φτιαχτεί υποστατικό που με τα έσοδά του «να φυλάττεται παστρικόν και σώον το σωληνάρι» και ό,τι απομένει «να εξοδεύεται εις χρείαν και ευπρέπειαν της αυτής εκκλησίας του Μοναστηρίου».
Στα 1805 φιλοξενήθηκε μερικές μέρες ο Ed. Dodwell. Πίστευε πως η μονή χτίστηκε στη θέση αρχαίου κτηρίου. Το μόνο όμως λείψανο που βρήκε ήταν ένας μαρμάρινος θρόνος με λατινική επιγραφή. 
Ο W. Turner στάθηκε στον Πειραιά το Μάη του 1814. Σε ένα δωμάτιο κοντά στην εκκλησία γευμάτισε με λίγα ψάρια που μόλις είχαν πιαστεί. Ο Pouqueville βρήκε μια επιτύμβια στήλη μέσα στο μοναστήρι: 
ΑΡΤΕΜΑΣ ΒΑΘΥΛΛΟΥ ΧΡΗΣΤΟΣ. Οι ψαράδες που συνάντησε στα στενά της Σαλαμίνας επειδή δεν είχαν καλή ψαριά απειλούσαν τον Άγιο Σπυρίδωνα πως δεν θα του άναβαν ξανά κεριά..
Στις 28 Μαρτίου 1816 οι καλόγεροι της Μονής Νικηφόρος (εφημέριος), Παρθένιος (οικονόμος), Συμεών (οικονόμος), Διονύσιος (ιερομόναχος) και ο ηγούμενος Συμεών Μαρμαροτούρης υπογράφουν ότι δανείστηκαν για ένα χρόνο 1150 γρόσια από τη Ρόζα Γάσπαρη «δια χρείαν και ανάγκην του μοναστηρίου τους».
Για τον ίδιο λόγο ο Συμεών πήρε 1200 γρόσια από τον Αγόπη Πετράκη στις 1.6.1820. 
Άλλο χρεωστικό γράμμα έχει ημερομηνία 10.4.1823.
Παλαιότεροι Σπυριδωνίτες ηγούμενοι αναφερόντα οι Διονύσιος (1757) και ο Νικηφόρος Γαβρίλης (1766). 
Ο Δ. Καμπούρογλου διέσωσε ένα σατυρικό εξάστιχο για κάποιον από τους παραπάνω ηγούμενους ή έναν άλλο:
Γούμενε, σα μ’ αγαπάς/ τα ψαράκια πού τα πάς;/ Πάνω στην ευλογημένη/ που’ ναι άρρωστη η καημένη./ Γούμενε Σπυριδωνίτη/ ό,τ’ αρπάξεις απ’ τη μύτη.
Το 1821 η μονή γέμισε με πρόσφυγες Αθηναίους, έτοιμους να πάνε στη Σαλαμίνα και στην Αίγινα. 
«Εδώ βρήκαμε πλήθος γυναικόπαιδων που κατασκήνωσαν γύρω από τη μονή και κάτω από τις σκιές του μικρού ελαιώνα, γιατί και η αυλή και τα δωμάτια και ο νάρθηκας και αυτή η εκκλησία ήταν γεμάτη». 
Σαν άδειασε το μοναστήρι ένα τουρκικό απόσπασμα έκαψε ένα μέρος του μαζί με κάποιον ανήμπορο τραυματία. 
Στα 1825 στάλθηκε στον Πειραιά από το Ναύπλιο ο Κωνσταντίνος Δεληγιάννης για να μετρήσει τη γη που θα έκαναν τον οικισμό τους οι Ψαριανοί. Στο μοναστήρι ανήκαν 865 στέμματα με 108 ελαιόδεντρα.
Αργότερα (1826) κατέλαβαν σημεία του Πειραιά κι οχυρώθηκαν στο μοναστήρι, μαζί με τις αποσκευές τους, ύστερα από διατεγές του Reşid Mehmed Pasha, γνωστού μας ως Κιουταχή, πολλοί Τουρκαλβανοί. 
Η κατάληψη και η παραμονή εκεί των Τούρκων ήταν προϋπόθεση για την εκπόρθηση της Ακρόπολης που κατείχε η ελληνική φρουρά και πολιορκούσαν οι ομοεθνείς τους. Οι Έλληνες το περικύκλωσαν από τη στεριά ενώ από τη θάλασσα το κανονιοβολούσαν η ΕΛΛΑΣ και η ΚΑΡΤΕΡΙΑ.
  
Όλα τα καράβια εβάλθησαν εις παράταξιν τ’ απομεσήμερα· άρχισαν τα κανόνια και κτυπούν το μοναστήρι... (Παναγιώτης Πούλος, Ημερολόγιον της  Επαναστάσεως, υπό Γιάννη Βλαχογιάννη). Οι Έλληνες παρακολουθούν από τα ταμπούρια τους...

Φτάσαμε στις 14 Απριλίου του 1827. «Τα κανόνια το έδειραν το Μοναστήρι έως το βράδυ, το έκαμαν γης· 
οι Τούρκοι όμως επιμένουν». Ξεκίνησαν οι συνεννοήσεις για την παράδοσή του. Το μεσημέρι της επόμενης 
η σημαία της ομιλίας (ανακωχής) υψωνόταν στη ναυαρχίδα του Κόχραν: αμέσως μετά άναψε η φωτιά των κανονιών και των τουφεκιών. Τα ίδια είχαμε και στις 16 Απριλίου. Το απομεσήμερο οι εχθροί συμφώνησαν να παραδοθούν με όρους και να αποχωρήσουν. Ο Καραϊσκάκης κι οι άλλοι αρχηγοί δέχτηκαν κι έστειλαν στρατιώτες να παραταχθούν σε δυο στίχους ώστε να περνούν ανάμεσά του ασφαλείς. Όμως το κακό δεν άργησε να γίνει. Ομάδα Ελλήνων μπήκε στη γκρεμισμένη μονή με την ελπίδα ότι θα έβρισκε λάφυρα. Μάταια έψαξαν, πήγαν πίσω από τους Τουρκαλβανούς και τους ενοχλούσαν, ένας μάλιστα θέλησε να αρπάξει από κάποιον το σπαθί ή το τουφέκι του «αυτός το τράβηξεν, εκείνος δε το άφηνεν· τραβώντας και οι δυο πλησίον της γεφύρας, ενώ οι άλλοι εξακολουθούντες διέβαινον· τραβά ο Γκίκας και ντουφεκίζει τον Έλληνα».
Η συμπλοκή ήταν αναπόφευκτη. Ελάχιστοι Τούρκοι γλίτωσαν (σκοτώθηκαν γύρω στους διακόσιους και λίγοι Έλληνες), οι περισσότεροι χάρις στη βοήθεια των Σουλιωτών. Δίκαιη ήταν η διαμαρτυρία του αρχιστράτηγου Τζωρτζ και η οργή του Καραϊσκάκη.
Η άτιμη σφαγή τους με τη μη τήρηση των όρων παράδοσης αποτελεί μελανό στίγμα στην ελληνική επανάσταση και στην τοπική ιστορία.
  
Η ασφαλής έξοδος των Τουρκαλβανών από το μοναστήρι υπό την επιτήρηση των Ελλήνων. Σε λίγο θα αρχίσει το μακελειό..
  
Τη φρούρηση της κατεστραμμένης μονής ανέλαβε το σώμα του Μακρυγιάννη.
Ο Συμεών Μαρμαροτούρης έζησε και μετά την απελευθέρωση. Είχε μεγάλη κτηματική περιουσία. 
Με τις γνώσεις του έδινε πολύτιμες πληροφορίες για τα τοπωνύμια του Πειραιά και χρησίμευσε σα οριοθέτης στα χωράφια ιδιωτών και της διαλυμένης μονής. Στις 29.8.1839 διαβεβαίωσε ότι της ανήκε και 
το νησάκι «Φλεύα» (Φλέβες)!
Για την ωραία ανιψιά του γράφτηκε το δίστιχο: «Κατίγκω του γιαλού/ Μην αγαπάς αλλού».
Σπάνια εικόνα της εισόδου και του ναΐσκου της μονής, μας άφησε σε σχέδιο με μολύβι (17,5Χ10,5) 
ο Χριστιανός Χάνσεν το 1834.
 Στις 23.12.1835 στα ερείπια του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα ορκίστηκαν οι πρώτοι δημοτικοί σύμβουλοι. 
Ο θεμέλιος λίθος της νέας εκκλησίας τέθηκε στις 18.5.1836.
Ο Σάουμπερτ απλοποίησε το ακριβό σε δαπάνη σχέδιο του Σταμάτη Κλεάνθη.
Η ιστορία του παλιού μοναχικού στο λιμάνι μοναστηριού σταμάτησε για να δώσει τη θέση της στο ναό του πολιούχου Αγίου Σπυρίδωνα και στην καινούργια πόλη.

[ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ. Έχω υπ’ όψη μου τρεις ζωγραφικές απεικονίσεις για τη μονή:
-το σχέδιο του Hans Christian Hansen (Χριστιανός Χάνσεν, 1803-1883) που έζησε στην Αθήνα από το 1833 έως το 1850. Βρίσκεται στο τετράδιο με αριθμό 31 των αρχείων του που φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Κοπενχάγης. Από αυτόν έχουμε το σκαρίφημα του αδιαμόρφωτου ακόμα λιμανιού με τις βάρκες και τα καΐκια. Επίσης ένα σχέδιο του 1838 με τη μορφή του Γεράσιμου,  ιερέα στον πρώτο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα..  
-τον πίνακα του Karl Krazeisen (Καρλ Κρατσάιζεν, 1794 - 1878), που δημοσίευσε στη Γερμανία στα 1829, στο πέμπτο από τα επτά λευκώματα της σειράς.   
-Μια γερμανική λιθογραφία με την έξοδο των Τουρκαλβανών από το μοναστήρι υπό την επίβλεψη των Ελλήνων]

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 12 Φεβρουάριου 1998, σελ. 15. 
Μεταφορά εδώ ενισχυμένη, 26 Μαρτίου 2011. Για το blog, Σεπτέμβριος 2013.          
                


             

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου