Σάββατο 9 Απριλίου 2022

Αιτήσεις πειραϊκών εταιρειών και γνωματεύσεις καθηγητών χημείας για υγειονομικά ζητήματα (1933-1955).

Ερευνά και γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης. Δημοσιογράφος - Συλλέκτης. Ανεξάρτητος ερευνητής πειραϊκής ιστορίας και λογοτεχνίας.

Από το αρχείο μου ανασύρω έξι διαφορετικά αιτήματα πειραϊκών βιομηχανικών εταιρειών προς τους καθηγητές Σπύρο Γαλανό, Γεώργιο Ματθαιόπουλο και Θεόδωρο Σταθόπουλο ώστε να λάβουν τις αρμόζουσες γνωματεύσεις πάνω σε θέματα χημείας αφορώντα στην ποιότητα των προϊόντων τους.
Ο Σπυρίδων Δημ. Γαλανός (30.12.1896 - 21.12.1960) καταγόμενος από παλαιά αθηναϊκή οικογένεια, θεωρείται ο πρωτοπόρος στην χημεία τροφίμων στην Ελλάδα. Αποφοίτησε το Τμήμα Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου στα 1916, έλαβε το διδακτορικό του στα 1918 με την μελέτη «επί των ελληνικών βουτύρων και των μεθόδων αναλύσεώς των». Συνέχισε στα Πανεπιστήμια Βερολίνου και Μονάχου οπότε τελειοποίησε τις γνώσεις του στην χημεία τροφίμων. Στα 1924 διορίστηκε καθηγητής στο αντίστοιχο νεοσύστατο τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής. Στα 1925 νυμφεύτηκε την Άννα Ιω. Τοτόμη κι έκαναν τρεις γιούς. Παράλληλα εργάστηκε σε άλλες σχολές διδάσκοντας και πληροφορώντας το ευρύ κοινό για την καλή διατροφή και τις καταναλωτικές ανάγκες. Κείμενά του βρίσκονται σε πολλά περιοδικά. Έγραψε: Επίτομος Χημεία Τροφίμων και Ευφραντικών, Αθήναι 1934 και το πεντάτομο Χημεία Τροφίμων και Ευφραντικών, εκδότης Αργύρης Παπαζήσης, Αθήναι 1949. Στα Χημικά Χρονικά, τόμος 26β, Ιανουάριος 1961, σελίδες 8 και 9 ο Τ. Καραντάσης έγραψε για τον θάνατό του κι έδωσε 42 δημοσιεύματά του.
Στην εκατονταετηρίδα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1837-1937), επετηρίς 1936-1937, σελ. 16: Έκτακτοι Καθηγηταί: 1. Σπυρίδων Γαλανός, της αυτοτελούς έδρας της Χημείας των Εδωδίμων (1924 Νοεμβρίου 15). Βιογραφικά στοιχεία συνέταξε ο Ιωάννης Δ. Κανδύλης στο βιβλίο Οι θεμελιωταί των φυσικών επιστημών στην νεώτερη Ελλάδα και η εποχή τους, Αθήνα 1976 (
VIII, σελ. 157-166).
Ο Γεώργιος Ματθαιόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1873 όπου κι έζησε τα παιδικά του χρόνια. Ο πατέρας του και δυο αδέλφια του ήταν αξιωματικοί (ο Δημήτριος υποστράτηγος και ο Ματθαίος υποναύαρχος). Ο αδελφός του Σωτήριος, ιδιοκτήτης κονσερβοποιΐας. Μετά το Γυμνάσιο συνέχισε στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης και τελείωσε στα 1895. Επέστρεψε στην Ελλάδα γύρω στα 1898. Τον βρίσκουμε δραστήριο μέλος στον Όμιλο Εκδρομέων. Ως χημικός μηχανικός έδωσε όλη την προσοχή του στην κατοχύρωση του χημικού επαγγέλματος στην Ελλάδα. Στην δεκαετία του 1920 οι μαθητές του τον θεωρούσαν πολύ αυστηρό και διασώζεται ένα σατιρικό ποίημα:
Κι οσάκις ανεβαίνετε στο πάτωμα το πρώτο
να σιωπάτε και σιγά μην προξενείτε κρότο
γιατί ενεδρεύει ’κει κοντά είς κύων θηριώδης
με τεραστίους μύστακας και οφθαλμούς ιώδεις
Μαθιόπουλο τον κράζουνε ζυγίζει ένα καντάρι
και θάρρος έχει θαυμαστό, σε κόβει… με τριάρι.
Στα 1917 εξέδωσε τον πρώτο τόμο του Εγχειριδίου της Οργανικής Χημείας σε 896 σελίδες δίχως να βγει δεύτερος. Στα 1923 την επιτομή της Οργανικής Χημείας σε ένα τόμο, σελίδες 710 που κυκλοφόρησε σε πολλές εκδόσεις. Πέθανε στις 9 Μαΐου 1958.
Ο χημικός Ιωάννης Δ. Κανδύλης τον αναφέρει στο βιβλίο Οι θεμελιωταί των φυσικών επιστημών στη νεώτερη Ελλάδα και η εποχή τους, Αθήνα 1976 (
II, σελ. 35-49). Στην εκατονταετηρίδα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1837-1937), επετηρίς 1936-1937, σελ. 16: Γεώργιος Ματθαιόπουλος, της Οργανικής Χημείας, (1912, Ιανουαρίου 24).
Ο Θεόδωρος Γ. Σταθόπουλος διατέλεσε «Τακτικός καθηγητής εν τη έδρα της Βρωματοχημείας» (Τεχνικά Χρονικά, 1939, Το σημερινόν Πολυτεχνείον, σελ. 129).
Εντόπισα ένα έργο του με τίτλο: Δρος Θεοδώρου Γ. Σταθοπούλου Επιφαρμακοποιού. Περί τοξικών αερίων. (Ασφυξιογόνα, κνιδωγόνα, πταρμογόνα κλπ μαχητικά αέρια). Εν Αθήναις. Τύποις Υπουργείου Στρατιωτικών. 1921.
Για την παρούσα έρευνα ανάτρεξα επίσης στο βιβλίο Ένωσις Ελλήνων Χημικών. 50 χρόνια ζωής και δράσεως. 7 Ιουλίου 1924. 6 Ιουλίου 1974. Αθήνα 1974. {Γραφικαί Τέχναι Γρηγόριος Κ. Παρισιάνος}. Σελ. 50+132+36 που βρίσκεται στην συλλογή μου.

*Μονόφυλλο με την επωνυμία της εταιρείας γραμμένο και στις δυο όψεις:
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΔΡΟΓΟΝΩΣΕΩΣ ΕΛΑΙΩΝ. Σ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ & ΣΙΑ. Προϊόντα εργοστασίου διάφορα έλαια και υδρογονωμένα λίπη. Έδρα εν Πειραιεί. Εν Πειραιεί τη 12 Νοεμβρίου 1933. Οδός Αθηνών.
Κύριον Σπύρον Γαλανόν.
Καθηγητήν Χημείας Τροφίμων Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνας.
Αγαπητέ Κύριε, Εν τη ιδιότητί Σας ως Καθηγητού της Χημείας Τροφίμων του Εθνικού Πανεπιστημίου παρακαλούμεν όπως λάβητε την καλωσύνην και γνωματεύσητε επί των κάτωθι ερωτημάτων μας:
1
ον. Εάν το εκ λινελαίου υδρογονωμένον λίπος μέχρι 34 βαθμών τήξεως είνε βρώσιμον και υγιεινόν;
2
ον. Είνε δυνατόν το λινέλαιον και ιχθυέλαιον μεθ’ απλούν εξευγενισμόν και άνευ υδρογονώσεως να γίνουν βρώσιμα και να δύνανται να αντικαταστήσουν αυτούσια τα βρώσιμα ελαιόλαδα;
3
ον. Εάν τα υδρογονωμένα λινέλαια και ιχθυέλαια οιωνδήποτε βαθμών από 32 και άνω δίδωνται εις την κατανάλωσιν και τρώγωνται αυτούσια ή εν αναμίξει με εξευγενισμένα ελαιόλαδα και βαμβακέλαια.
4
ον. Ίνα μεταβληθούν εις βρώσιμα υδρογονωμένα λίπη τα διάφορα έλαια (λινέλαια, ιχθυέλαια, ελαιόλαδα, βαμβακέλαια) πόσας επεξεργασίας πρέπει να υποστούν
5
ον. Εάν τα υδρογονωμένα φαλαινέλαια είνε υγιεινά.
Τας απαντήσεις Σας επί των ερωτήσεών μας τούτων παρακαλούμεν όπως έχομεν εγγράφως το ταχύτερον.
Μετά τιμής
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΔΡΟΓΟΝΩΣΕΩΣ ΕΛΑΙΩΝ
Σ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ
[Υπογραφή]

13η Νοεμβρίου 1
Προς την Βιομηχανικήν Εταιρίαν Υδρογονώσεως Σ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ και Σια εις Πειραιά.
Κύριοι Εις απάντησιν υμετέρας επιστολής δι’ ης ζητείτε την γνώμην μου επί διαφόρων σχετικών προς την υδρογόνωσιν των ελαίων ζητημάτων έχω την τιμήν να εκθέσω υμίν ως κατωτέρω τας απόψεις μου βασιζομένας εις την ειδικήν πείραν μου και την σχετικήν διεθνή βιβλιογραφίαν.
1ον) Ως προς το ζήτημα εάν το εκ λινελαίου υδρογονωμένον λίπος μέχρι σημείου τήξεως 34 βαθμών είναι βρώσιμον και υγιεινόν πληροφορώ Υμάς ότι ουδέν δεδομένον εξ επιστημονικών δεδομένων υπάρχει μέχρι σήμερον υποδεικνύον την ακαταλληλότητα τούτου ή το επιβλαβές αυτού εις την υγείαν του ανθρώπου, άρα δύναται άριστα να χρησιμοποιηθή τούτο ως εδώδιμον λίπος άνευ ουδενός κινδύνου.
2ον) Ως προς το δεύτερον ερώτημα εάν τα λινέλαια και ιχθυέλαια δι’ απλού εξευγενισμού (ραφιναρίσματος) και άνευ υδρογονώσεως είνε δυνατόν να γίνουν βρώσιμα και δύνανται να αντικαταστήσουν αυτούσια τα βρώσιμα ελαιόλαδα, σας καθιστώ γνωστόν ότι τα δια πιέσεως εν θερμώ λαμβανόμενα λινέλαια και διά του μάλλον επιμελούς ραφιναρίσματος διατηρούν ιδιάζουσαν και αποκρουστικήν γεύσιν ενισχυομένην σημαντικώτατα δια της παρόδου του χρόνου, δυσχεραίνουσαν την χρησιμοποίησιν αυτών δι’ εδωδίμους χρήσεις, επίσης τα ιχθυέλαια είναι αδύνατον δι’ απλού ραφιναρίσματος, άνευ υδρογονώσεως, να χρησιμοποιηθούν οπωσδήποτε ως εδώδιμα. Αμφότερα δε ταύτα εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να αντικαταστήσουν τα ελαιόλαδα.
3ον) Τα υδρογονωμένα λινέλαια και ιχθυέλαια σημείου τήξεως 34 και άνω δεν χρησιμοποιούνται αυτούσια, αλλ’ εν αναμείξει μετά ραφιναρισμένων ελαίων (ελαιολάδων, βαμβακελαίων κ.λ.) παρασκευαζομένων ούτω των συνήθων εν τω εμπορίω μαγειρικών λιπών.
4ον) Δια την μετατροπήν ελαίου τινός (λινελαίου, βαμβακελαίου, ελαιολάδου, ιχθυελαίου κ.λ.) εις υδρογονωμένον βρώσιμον λίπος επιτελούνται αι ακόλουθοι επεξεργασίαι: α) εξουδετέρωσις και πλύσις, β) αποχρωματισμός, γ) υδρογόνωσις, δ) εξουδετέρωσις της κατά την διάρκειαν της υδρογονώσεως αναπτυχθείσης οξύτητος και πλύσις, ε) νέος αποχρωματισμός και στ) απόσμησις.
5ον) Τα κατόπιν των ως άνω επεξεργασιών λαμβανόμενα υδρογονωμένα ιχθυέλαια είναι βρώσιμα και τελείως ακίνδυνα δια την υγείαν του ανθρώπου.-
Μετά πλείστης τιμής

*ΚΥΛΙΝΔΡΟΜΥΛΟΙ ΑΤΤΙΚΗΣ Α. Ε. ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ & ΜΟΣΧΑΤΩ. Εν Πειραιεί τη 10η Οκτωβρίου 1938.
Προς τους Κυρίους, Κυρίους, Γεώρ. Ματθαιόπουλον - Καθηγητήν της Οργαν. Χημείας Εθν. Πανεπιστημίου και μέλος του Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Θεόδ. Σταθόπουλον - Καθηγητήν της Βρωματοχημείας εν τη Ανωτάτη των Χημικών-Μηχανικών του Εθν. Μετσοβείου Πολυτεχνείου, μέλος του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου ως και του Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Σπυρίδωνα Γαλανόν - Καθηγητήν της Χημείας των Τροφίμων εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω. Μέλος του Ανωτάτου Υγειονομικού και Χημικού Συμβουλίων. ΑΘΗΝΑΣ.
Κύριοι Καθηγηταί, Λαμβάνομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς όπως θελήσητε να γνωματεύσητε επί των ζητημάτων, τα οποία ανακύπτουν εκ της κατωτέρω γιγνομένης εξιστορήσεως, δύο υποθέσεων πιτύρων.
ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ
1) Εις το Κρατικόν Χημείον Χίου, εγένετο ανάλυσις επί δείγματος πιτύρων, ληφθέντος εκ της αποθήκης Ν.Π. Το πόρισμα της γενομένης επί του δείγματος αναλύσεως, είχεν ως εξής, „Πίτυρα έχουν αναμιχθή με ξένας ύλας (ξύλα-άχυρα) και ως εκ τούτου ακατάλληλα προς τροφήν των ζώων!!„
Γενομένης εφέσεως επί της ως άνω αναλυσεως, η κατ’ αυτήν υπό του Γενικού Χημείου του Κράτους γενομένη δευτέρα ανάλυσις, είχεν ως πόρισμα το εξής,
„ Πίτυρα παρουσιάζουν πρόσμιξιν ξυλωδών ξένων ουσιών (αχύρων-φλοιών κλπ) εις μικράν αναλογίαν, οργανοληπτικώς ουδέν το μεμπτόν παρουσιάζουν.
2) Γενομένης ετέρας αναλύσεως επί άλλου δείγματος πιτύρων, ληφθέντος εκ της Αποθήκης του αυτού Ν.Π. εξεδόθη το εξής πόρισμα,
„ Πίτυρα έχουν αναμιχθή με ξένας ύλας (ξύλα, άχυρα κλπ) ως και ξυλώδεις ουσίας και ως εκ τούτου ακατάλληλα προς τροφήν των ζώων„
Γενομένης εφέσεως επί της ως άνω αναλύσεως, η κατ’ αυτήν υπό του Γενικού Χημείου του Κράτους γενομένη δευτέρα ανάλυσις είχεν ως πόρισμα το εξής,
„Πίτυρα παρουσιάζουν πρόσμιξιν ξένων ξυλωδών ουσιών (αχύρων φλοιών κλπ.) εις μικράν αναλογίαν, δεν παροσιάζουν δε γαιώδεις προσμίξεις, οργανοληπτικώς ουδέν το μεμπτόν παρουσιάζουν„
Αι ως άνω αναλύσεις αφορώσι δυο διακεκριμμένας δειγματοληψίας, γενομένας κατά διάφορον χρόνον επί πιτύρων ληφθέντων εκ της αυτής αποθήκης του Ν.Π. (εν Χίω).-
ΤΑ ΤΙΘΕΜΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
1) Η εις μικράν αναλογίαν περιεκτικότης ξυλωδών ουσιών, οργανοληπτικώς ουδέν το μεμπτόν παρουσιάζουσα, αποτελεί παράβασιν των διατάξεων του Υπουργείου Αγορανομίας, αναφερομένων εις Νόμους ή εγκυκλίους;
2) Όταν τα πίτυρα, είνε προϊόν αλέσεως μείγματος σκληρών σίτων και μαλακών, ή Αυστραλιανών και μαλακών, η παρουσία ξυλωδών ουσιών (αχύρων, φλοιών κλπ) εις μικράν αναλογίαν, δεν είνε φυσικωτέρα παρά όταν τα πίτυρα προέρχονται αποκλειστικώς από μαλακά σιτηρά; Και ειδικώτερον όταν τα αλεθόμενα χαρμάνια αποτελούνται κατά 50% εξ Αυστραλιανού σίτου, 25% Ρωσσικού και 25% Ρουμανικού και είνε φυσικόν να περιέχουν και μικράν ποσότητα ξυλωδών ουσιών (αχύρων, φλοιών κλπ);
3) Δοθέντος ότι, συμφώνως προς την υπ’ αριθ. 2628 της 10ης Φεβρουαρίου 1930 εγκύκλιον του Γ.Χ.Κ. περί των όρων τους οποίους δέον να πληρώσιν τας εις την κατανάλωσιν προσφερόμενα άλευρα, οι αλευροβιομήχανοι ευθύνονται δια τα υπ’ αυτών φερόμενα εις την κατανάλωσιν άλευρα επί χρονικήν περίοδον 60 ημερών από της εξαγωγής αυτών εκ του μύλου, ερωτάται, όσον αφορά το χρονικόν τούτο διάστημα των 60 ημερών, δεν πρέπει να είνε επιστημονικώς πολύ μικρότερον δια τα πίτυρα, δοθέντος ότι η αλλοίωσις (ως γνωστόν τα πίτυρα ανάπτουν) των πιτύρων είνε συντομωτέρα;
Θα σας παρακαλέσωμεν θερμώς, ίνα γνωματεύσητε επί των άνω ερωτημάτων και παντός άλλου κατά την Υμετέραν κρίσιν ζητήματος, ανακύπτοντος εκ του εκτιθεμένου ιστορικού των δυο τούτων υποθέσεων.
Διατελούμεν μετά τιμής.
ΚΥΛΙΝΔΡΟΜΥΛΟΙ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.
[Υπογραφή]

17 Οκτωβρίου 38
Προς τους Κυλινδρομύλους Αττικής Α.Ε. Πειραιά
Κύριοι Εις απάντησιν της υμετέρας από 10ης τρεχ. μηνός επιστολής ης αντίγραφον επισυνάπτομεν τη παρούση, έχομεν την τιμήν να εκθέσωμεν υμίν κατωτέρω την ημετέραν γνώμην βασιζομένην τόσον εις την σχετικήν βιβλιογραφίαν, όσον και εις την μακράν ημών επί των ζητημάτων αυτών πείραν.
Η κατά την εξέτασιν των πιτύρων ευρισκομένη συχνότατα παρουσία εις μικράν αναλογίαν αχύρων, φλοιών κ.λ. δεν αποτελεί ποσώς μειονέκτημα του προϊόντος, διότι είναι φυσική κυρίως μάλιστα όταν εις το σχετικόν χαρμάνιον της αλέσεως ευρίσκονται και σκληρά σιτηρά ή Αυστραλιανής προελεύσεως.
Ειδικώτερον μάλιστα εφ’ όσον κατά το ίδιον το Γ.Χ.Κ. οργανοληπτικώς ουδέν το μεμπτόν παρουσιάζεται ουδείς λόγος συντρέχει προς αποκλεισμόν από της καταναλώσεως των τοιούτων πιτύρων. Ο χαρακτηρισμός ότι η μικρά περιεκτικότης εις άχυρα, φλοιούς κ.λ., εφ’ όσον μάλιστα αποκλείεται και η συνύπαρξις γαιωδών προσμείξεων, ήτοι χώματος, σκόνης κ.λ., καθιστά τα πίτυρα ακατάλληλα προς τροφήν των ζώων είναι τελείως αστήρικτος, ίνα μη είπωμεν αδικαιολόγητος, διότι είναι γνωστόν ότι τα αυτούσια άχυρα χρησιμοποιούνται προς τροφή των ζώων της κτηνοτροφίας, αλλά την ιδίαν ακριβώς σύστασιν και σημασίαν δια την τροφήν των ζώων έχουν και αι τυχόν υπάρχουσα εις ωρισμένας ποικιλίας των σιτηρών επενδύσεις (φλοιοί) των κόκκων.
Η ποικιλία των Αυστραλιανών σίτων παρουσιάζει εις μεγαλύτερον ποσοστόν αναλογίαν τοιούτων επενδεδυμένων κόκκων.
Δι’ ουδενός νόμου ή εγκυκλίου είτε του Γ.Χ.Κ. είτε του Υφυπουργείου Αγορανομίας, είτε άλλης τινός Αρχής, έχει απαγορευθή η εις την κατανάλωσιν διάθεσις πιτύρων περιεχόντων μικράν ποσότητα ξυλωδών υλών, εφ’ όσον μάλιστα οργανοληπτικώς (όψις, οσμή, γεύσις, αφή) ουδέν το μεμπτόν παρουσιάζουν και δεν περιέχουν περαιτέρω και ξένας γαιώδεις προσμείξεις.
Ως προς το ζήτημα του χρονικού ορίου καθ’ ο υφίσταται ευθύνη δια τον αλευροβιομήχανον, ουδείς υφίσταται ορισμός, ειμή μόνον δια τα άλευρα, δι’ α η ευθύνη καθορίζεται εις 60 ημέρας, δια τα πίτυρα μάλιστα τα οποία είναι σχετικώς ταχύτερον αλλοιώσιμα το χρονικόν όριον της ευθύνης πρέπει να είναι πολύ μικρότερον διότι εφ’ όσον είναι παγκοίνως γνωστόν ότι τα πιτυρούχα άλευρα αλλοιούνται ταχύτερον των λευκών λόγω της παρουσίας εις ποσότητα 12-16 % περίπου πιτύρων, είναι εμφανές πόσον ταχυτέρα θα είναι η αλλοίωσις δι’ αυτά ταύτα τα αυτούσια πίτυρα, άτινα περιέχουν και τα φύτρα με όλα τα εν αυτοίς ένζυμα.-
Μετά πάσης τιμής
[Δυο υπογραφές]

*ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΛΙΠΑΣΤΩΝ “Ο ΛΕΩΝ„ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ.
Έδρα εν Πειραιεί. Γραφεία Λεωφόρος Μακράς Στοάς 37.
Εν Πειραιεί τη 28 Ιανουαρίου 1939.
Αξιότιμον Κύριον ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΓΑΛΑΝΟΝ. Καθηγητήν Εθνικού Πανεπιστημίου ΑΘΗΝΑΣ.
Αξιότιμε Κύριε Καθηγητά, Θα σας είμεθα λίαν υπόχρεοι εάν ηθέλατε εκφέρει την μετά κύρους γνώμην σας επί των κάτωθι ερωτημάτων:
1) Είναι δυνατόν να εμφανισθή δυσοσμία εις δοχείον περιέχον αλιπάστους ιχθείς (σαρδέλλας) όπερ περέμεινεν ανοικτόν επί χρονικόν τι διάστημα, η δε τυχόν παρατηρηθησομένη δυσοσμία να μην οφείλεται εις σήψιν των ιχθύων αλλ’ εις τάγγισμα του εντός των ιχθύων τούτων περιεχομένου λίπους (ελαίου) ή άλλην αιτίαν άσχετον προς την σήψιν;
2) Είναι δυνατόν άνευ προσφυγής εις χημικούς, βιολογικούς ή μικροβιολογικούς τρόπους και δι’ απλής και μόνον μακροσκοπικής εξετάσεως, ν’ αποφανθή τις ότι αλίπαστοι ιχθείς (σαρδέλλαι) ευρίσκονται εις κατάστασιν σήψεως και ότι εταριχεύθησαν εις κατάστασιν σήψεως;
3) Εν τη βιομηχανία των αλιπάστων ιχθύων (σαρδελλών) διακρίνονται στάδια επεξεργασίας των αλιπάστων τούτων, της επεξεργασίας ταύτης αναγομένης εις αυτήν ταύτην την ταρίχευσιν και των σταδίων προαγόντων αυτήν εις την ωρίμανσιν του προϊόντος, ήτοι κατάστασιν εντελώς αντίθετον προς την σήψιν;
4) Γενομένης της κατεργασίας των αλιπάστων, συμφώνως προς τους βιομηχανικούς κανόνας (αλάτισμα και πάστωμα), δύναται να νοηθή σήψις του προϊόντος τούτου εν πλήρει ταριχεύσει;
5) Η ευκαμψία του προϊόντος, καλώς τεταριχευμένου, μέχρι της πολτοποιήσεως, προδίδει σήψιν ή τουναντίον ωρίμανσιν αυτού;
Μετά πάσης τιμής
[Σφραγίδα. Υπογραφή]

ΓΕΩΡΓ. ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ Τακτικός Καθηγητής του Εθνικού Πανεπιστημίου Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Αθήναι τη 18 Ιανουαρίου 1939. Λυκείου 3α.
Προς την Εταιρείαν Αλιπάστων "ο Λέων"
Αξιότιμοι Κύριοι, Δια του από ημερομηνίας 16.1.39 υμετέρου εγγράφου μοι υποβάλλατε τα εξής ερωτήματα:
1) Είναι δυνατόν να εμφανισθή δυσοσμία εις δοχείον περιέχον αλιπάστους ιχθείς (σαρδέλλας) όπερ περέμεινεν ανοικτόν επί χρονικόν τι διάστημα, η δε τυχόν παρατηρηθησομένη δυσοσμία να μην οφείλεται εις σήψιν των ιχθύων αλλ’ εις τάγγισιν του εντός των ιχθύων τούτων περιεχομένου πάχους (ελαίου) ή άλλην αιτίαν άσχετον προς την σήψιν;
2) Είναι δυνατόν άνευ προσφυγής εις χημικάς, βιολογικάς ή μικροβιολογικάς μεθόδους δι’ απλής και μόνον μακροσκοπικής εξετάσεως, ν’ αποφανθή τις ότι αλίπαστοι ιχθείς (σαρδέλλαι) ευρίσκονται εις κατάστασιν σήψεως ή εταριχεύθησαν εις κατάστασιν σήψεως;
Εις τα ερωτήματα ταύτα απαντώ ως εξής:
1. Αλίπαστοι ιχθύες δυνατόν να λάβουν οσμήν δυσάρεστον όταν εκτεθούν επί μακρόν χρονικόν διάστημα εις τον ατμοσφαιρικόν αέρα και μάλιστα όταν η θερμοκρασία είναι υψηλή ως συμβαίνει τούτο κατά το θέρος. Εφ’ όσον υπάρχει υπόνοια ότι δυσοσμία κονσερβών ιχθύων (αλίπαστα κ.λ.π.) προέρχονται από σήψιν δέον το δείγμα να υποβάληται εις χημικήν εξέτασιν και δη εις δοκιμασίαν απορροφήσεως οξυγόνου ως περιγράφεται αύτη εν τη βιβλιογραφία (π.ρ.β. π.χ.
H. E. Cox The Chemical analysis of Food, Λονδίνου 1926 Σελ. 207) Δυνατόν βεβαίως η τάγγισις του λίπους των ιχθύων να είναι αιτία της δυσοσμίας.-
Φανερόν είναι επίσης ότι δυσοσμία δυνατόν να προέρχεται από ακάθαρτα δοχεία.-

2. Η ασφαλεστέρα μέθοδος δια ν’ αποφανθή τις, αν τοιαύτα τρόφιμα ως είναι οι αλίπαστοι ιχθύες είναι ηλλοιωμένα, έχουν δηλαδή υποστεί σήψιν ή και άλλην μικροβιακήν επεξεργασίαν, είναι το βιολογικόν πείραμα. - Πρέπει δηλαδή το υπό κρίσιν τρόφιμον να δοθή εις κατάλληλα πειραματόζωα και να εξετασθούν ταύτα, εφ’ όσον δείξουν παθολογικά συμπτώματα μικροβιολογικώς.
Εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκοντο οι ιχθύες προτού υποστούν την ταρίχευσιν δεν είναι δυνατόν να αποφανθή τις. Δια να αποφανθή τις περί τούτων πρέπει να είχε εξετάσει τους ιχθείς προ της ταριχεύσεως. -
Μετά μεγάλης τιμής.
υπογραφή .

[Σε δύο δακτυλογραφημένα αντίτυπα]
31η Ιανουαρίου 9.
24349. Προς την Εταιρείαν Αλιπάστων "ο Λέων" Πειραιά.
Αξιότιμοι Κύριοι, Εις απάντησιν των δια της από 28ης τρέχ. υμετέρας επιστολής υποβληθέντων μοι ερωτημάτων, εχόντων ούτω:
1) Είναι δυνατόν να εμφανισθή δυσοσμία εις δοχείον περιέχον αλιπάστους ιχθείς (σαρδέλλας) όπερ περέμεινεν ανοικτόν επί χρονικόν τι διάστημα, η δε τυχόν παρατηρηθησομένη δυσοσμία να μη οφείλεται εις σήψιν των ιχθύων, αλλ’ εις τάγγισμα του εντός των ιχθύων τούτων περιεχομένου λίπους (ελαίου) ή άλλην αιτίαν άσχετον προς την σήψιν;
2) Είναι δυνατόν άνευ προσφυγής εις χημικούς, βιολογικούς ή μικροβιολογικούς τρόπους και δι’ απλής και μόνον μακροσκοπικής εξετάσεως, ν’ αποφανθή τις ότι αλίπαστοι ιχθείς (σαρδέλλαι) ευρίσκονται εις κατάστασιν σήψεως και ότι εταριχεύθησαν εις κατάστασιν σήψεως;
3) Εν τη βιομηχανία των αλιπάστων ιχθύων (σαρδελλών) διακρίνονται στάδια επεξεργασίας των αλιπάστων τούτων, της επεξεργασίας ταύτης αναγομένης εις αυτήν ταύτην την ταρίχευσιν και των σταδίων προαγόντων αυτήν εις την ωρίμανσιν του προϊόντος, ήτοι κατάστασιν εντελώς αντίθετον προς την σήψιν;
4) Γενομένης της κατεργασίας των αλιπάστων, συμφώνως προς τους βιομηχανικούς κανόνας (αλάτισμα και πάστωμα), δύναται να νοηθή σήψις του προϊόντος τούτου εν πλήρει ταριχεύσει;
5) Η ευκαμψία του προϊόντος, καλώς τεταριχευμένου, μέχρι της πολτοποιήσεως, προδίδει σήψιν ή τουναντίον ωρίμανσιν αυτού;
έχω την τιμήν να εκθέσω υμίν ως κατωτέρω την γνώμην μου, βασιζομένην τόσον εις την σχετικήν βιβλιογραφίαν, όσον και εις την μακράν μου επί των ζητημάτων αυτών πείραν.
Ερώτημα 1ον) Οι δι’ άλατος τεταριχευμένοι ιχθύες (αλίπαστοι) όταν εκτεθούν επί χρονικόν τι διάστημα εις τον αέρα και μάλιστα υπό σχετικώς ηυξημένην θερμοκρασίαν, ως είναι κατά την θερινήν εποχήν, δύνανται να αποκτήσουν δυσάρεστον και αποκρουστικήν οσμήν μη οφειλομένη εις σήψιν, αλλ’ εις αλλοίωσιν της λιπαράς των ύλης.
Η τυχόν υπάρχουσα υπόνοια της σήψεως δύναται να επιβεβαιωθή μετ’ ασφαλείας μόνο δια καταλλήλου χημικής εξετάσεως, διενεργουμένης δια σειράς γνωστών εν τη επιστήμη αναλυτικών μεθόδων.
Ερώτημα 2ον) Η μακροσκοπική εξέτασις δεν είναι δυνατόν να διευκρινήση την τυχόν υπάρχουσαν υπόνοιαν περί αλλοιώσεως ή σήψεως των ιχθύων. Είναι απαραίτητος η χημική και κυρίως η βιολογική εξέτασις, προς δε και η δοκιμή επί πειραματοζώων. Δια των μέσων τούτων και μόνον δύναται να εξαχθή ασφαλές συμπέρασμα.
Εις τας εντυχανούσας παρά τω ημετέρω Εργαστηρίω τοιαύτας περιπτώσεις κατά τον ως άνω τρόπον εργαζόμεθα και βάσει των αποτελεσμάτων αυτών συνάγομεν τα σχετικά συμπεράσματα.
Ως προς το ζήτημα του καθορισμού εάν η αλλοίωσις είχεν επέλθη προ της ταριχεύσεως ή μετ’ αυτήν δεν έχομεν καταλλήλους μεθόδους προς έλεγχον, φρονούμεν όμως ότι δεν θα ήτο δυνατή δια τεχνικούς λόγους η ταρίχευσις ήδη εν αποσυνθέσει διατελούντων ιχθύων.
Ερώτημα 3ον) Είναι γνωστόν ότι μετά την ταρίχευσιν πρέπει να παρέλθη χρονικόν τι διάστημα προς ωρίμανσιν, ήτις ουδόλως πρέπει να συγχέηται προς την σήψιν. Ακόμη και αι εν ελαίω διατηρημέναι σαρδέλλαι πρέπει να καταναλίσκωνται μόνον μετά πάροδον εξαμήνου από της παρασκευής των, ίνα εν τω μεταξύ ωριμάσουν και αποκτήσουν την κατάλληλον και επιθυμητήν γεύσιν. Κατά την τοιαύτην ωρίμανσιν οι ιχθύες καθίστανται μαλακώτεροι και πλαστικώτεροι.
Ερώτημα 4ον) Όταν η κατεργασία (αλάτισμα και πάστωμα) γίνουν κανονικώς και συμφώνως προς τα βιομηχανικώς παραδεδεγμένα δεν είναι δυνατόν λόγω της ποσότητος του άλατος να επέλθη σήψις.
Ερώτημα 5ον) Η απάντησις εις το ερώτημα τούτο παρέχεται εις το υπ’ αριθ. 3 ερώτημα.
Μετά πάσης τιμής

Γεώργιος Ιωακείμογλου, 28.12.1887 (Κούλα Μ. Ασίας) - 28.11.1979 (Αθήνα). Γιατρός, τακτικό μέλος Ακαδημίας Αθηνών (1929-1976) και πρόεδρός της στα 1955. Στην σειρά «Αυτοί που τόλμησαν» του ΟΤΕ
TV είδα το έργο του Ιωακείμογλου στις 7.11.2016.

*ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΔΡΟΓΟΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΣΠΟΡΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑΣ Σ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ & ΣΙΑ. Έδρα εν Πειραιεί.
Προϊόντα εργοστασίων. Υδρογονωμένα έλαια, Μαγειρικά λίπη. Ελαιόλαδα, Βαμβακέλαια, Καρυδέλαια, Λινέλαια, Κικινέλαια. Λινόπητται, Βαμβακόπητται, Καρυδόπητται. Σάπωνες, Κιολτσέδες, Αποβάμβακα.
Εν Πειραιεί τη 22 Φεβρουαρίου 1939. Οδός Αθηνών.
Αξιοτίμους κ.κ. Θεόδ. Σταθόπουλον Καθηγητήν Πολυτεχνείου και Σπ. Γαλανόν καθηγητήν Πανεπιστημίου ΑΘΗΝΑΣ.
Αξιότιμοι Κύριοι, Λαμβάνομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς όπως ευαρεστούμενοι γνωρίσητε ημίν την γνώμην σας επί των κάτωθι ερωτημάτων:
1) Πόση απώλεια φρονείτε ότι είναι δυνατόν να παρουσιασθή κατά την επεξεργασίαν ακατεργάστου λινελαίου προς παρασκευήν 1) διαυγασθέντος ωμού λινελαίου, 2) βρασμένου λινελαίου το οποίον εθερμάνθη επί 10-15 ώρας εις 250 βαθμούς παρουσία πυρολουσίτου, και άνευ ξηραντικών μέσων, 3) λινελαίου εξουδετερωμένου ή και αποχρωματισμένου προοριζομένου δια την παρασκευήν των βερνικοχρωμάτων πολυτελείας.
2) Εάν δείγματα λινελαίου έχοντα 0,8 έως 1,7 βαθμούς οξύτητος ανοικτόν χρώμα και ουχί έντονον χαρακτηριστικήν οσμήν και μη περιέχοντα οξειδωτικά μέσα δύνανται να θεωρηθώσιν ως ραφφιναρισμένα και αποσμημένα, ήτοι κατάλληλα προς βρώσιν, ή είναι λινέλαια προοριζόμενα δια την βιομηχανίαν των βερνικοχρωμάτων πολυτελείας.
3) Εάν χρησιμοποιείται το λινέλαιον εις την σαπωνοποιΐαν και εάν θεωρείτε δυνατήν την χρήσιν ταύτην και παρ’ ημίν.
4) Εάν φρονήτε ότι το λινέλαιον ραφφιναρισμένον και αποσμημένον δύναται να χρησιμοποιηθή παρ’ ημίν προς παρασκευήν μαγειρικών λιπών και εν γένει να θεωρηθή ως βρώσιμον και δη λαμβανομένου υπ’ όψιν των εν τη Χώρα μας ισχυόντων εθίμων ως και των φερομένου εις την κατανάλωσιν ελαιολάδου και ραφφιναρισμένων σπορελαίων.-
Ευχαριστούντες υμάς εκ των προτέρων, Διατελούμεν μετά τιμής, [Σφραγίδα - υπογραφή]

Προς Την Βιομηχανικήν Εταιρείαν Υδρογονώσεως και Σπορελαιουργίας "Σ. ΚΑΛΙΓΕΡΑΣ & ΣΙΑ" ΠΕΙΡΑΙΑ
Κύριοι, Εις απάντησιν των ερωτημάτων σας των διαπιστωθέντων δια της από 22 Φεβρουαρίου ε.έ. επιστολής σας έχομεν την τιμήν να σας γνωρίσωμεν κατά σειράν τα κάτωθι. -
Πρώτον Ερώτημα: "Πόση απώλεια φρονείτε, ότι είναι δυνατόν να παρουσιασθή κατά την επεξεργασίαν ακατεργάστου λινελαίου προς παρασκευήν 1) διαυγασθέντος ωμού λινελαίου, 2) βρασμένου λινελαίου, το οποίον εθερμάνθη επί 10 - 15 ώρας εις 250
ο παρουσία πυρολουσίτου, και άνευ ξηραντικών μέσων, 3) λινελαίου εξουδετερωμένου ή και αποχρωματισμένου προοριζομένου δια την παρασκευήν των βερνικοχρωμάτων πολυτελείας;"
Αι απώλειαι τας οποίας αναφέρετε δεν είναι δυνατόν να καθορισθώσι δια συντελεστών διότι εξαρτώνται από την ποιότητα του λινοσπόρου εξ ου προήλθε το λινέλαιον, από τον τρόπον της εκθλίψεως, από την οξύτητα και το χρώμα του ακατεργάστου λινελαίου και την περιεκτικότητα τούτου εις ξένας ύλας και υγρασίαν και τέλος από τας αξιώσεις του καταναλωτού. Πάντως με μιαν προσέγγισιν δύναται να δεχθή τις ως απώλειαν μεσολαβούσαν κατά την διαύγασιν του λινελαίου προς παρασκευήν ωμού τοιούτου περίπου 1-2%. Κατά την παρασκευήν βρασμένου λινελαίου και εφ’ όσον δεν προστίθενται ξηραντικά μέσα παρά μόνον πυρολουσίτης, η απώλεια θα υπερβαίνη την ανωτέρω αναφερθείσαν (λόγω της εξατμίσεως της υγρασίας και άλλων πτητικών συστατικών) περίπου κατά ένα τοις εκατόν επί πλέον, δηλαδή θα κυμαίνεται περί τα 2 έως 3 τοις εκατόν επί του ακατεργάστου λινελαίου.
Όσον αφορά το εξουδετερωμένον και αποχρωματισμένον λινέλαιον η απώλεια κατά την παρασκευήν τούτου θα είναι ανωτέρα των προηγουμένων καθ’ όσον η απώλεια της εξουδετερώσεως είναι συνήθως διπλασία των ελευθέρων οξέων και επακολουθεί και η εκ του αποχρωστικού χώματος απώλεια. Δηλαδή η απώλεια δύναται να φθάση εις την περίπτωσιν του υπολογισμού επί ωμού λινελαίου 3-6% το οποίον εξαρτάται επί της επιδιωκομένης λευκότητος και εκ της αναλογίας του προστεθέντος λευκαντικού χώματος. Αι απώλειαι αυταί δύνανται να ανακτηθούν κατά μέγα μέρος αλλά υπό μορφήν υποπροϊόντων.
Δεύτερον Ερώτημα: "Εάν δείγματα λινελαίου έχοντα 0,8 έως 1,7 βαθμούς οξύτητος, ανοικτόν χρώμα και ουχί έντονον χαρακτηριστικήν οσμήν, και μη περιέχοντα οξειδωτικά μέσα δύνανται να θεωρηθώσιν ως ραφφιναρισμένα και αποσμημένα ήτοι κατάλληλα προς βρώσιν, ή είναι λινέλαια προοριζόμενα δια την βιομηχανίαν των βερνικοχρωμάτων πολυτελείας."
Τοιούτον λινέλαιον δεν δύναται να θεωρηθή ως βρώσιμον. Η σχετικώς χαμηλή οξύτης του αποδεικνύει ότι εγένετο εξουδετέρωσις τούτου την οποίαν επηκολούθησεν ίσως και αποχρωματισμός. Τα αναφερόμενα στοιχεία δεν είναι επαρκή δια να κρίνωμεν επί τούτου απολύτως, αλλά οπωσδήποτε εφ’ όσον η οξύτης φθάνει 1,7 τούτο σημαίνει ότι δεν εγένετο επιμελής εξουδετέρωσις, οία απαιτείται δια την παρασκευήν βρωσίμου ελαίου, διότι εις την περίπτωσιν αυτήν ανέρχεται συνήθως εις 0,5 βαθμούς, δεν πρέπει δε πάντως να υπερβαίνει τον 1 βαθμόν. Εφ’ όσον άλλως τε το δείγμα παρουσιάζει και οσμήν έστω και ουχί εντόνως χαρακτηριστικήν τούτο αποδεικνύει ότι δεν εγένετο απόσμησις.-
Η εξουδετέρωσις και αποχρωματισμός εκτελούνται οσάκις πρόκειται να παρασκευασθούν καλαί ποιότητες λινελαίων κατάλληλοι δια τα βερνικοχρώματα πολυτελείας.
Είναι βεβαίως γνωστόν ότι αι κατεργασίαι εξουδετερώσεως και αποχρωματισμού αφαιρούν σημαντικόν ποσοστόν των οσμηρών συστατικών του λινελαίου, ως τούτο αποδεικνύεται και από τα παρατιθέμενα βιβλιογραφικά αποσπάσματα, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι καθίσταται βρώσιμον.-
Το νεώτατον σύγγραμμα
Hester - Schönfeld (1937) επί των λιπών και ελαίων αναφέρει εις την σελ. 17 του Τόμ. ΙΙ ότι τα κολλοειδή συστατικά του ελαίου (schleimsubstanzen) προσδίδουν εις τα έλαια πικράν γεύσιν. Και περαιτέρω ότι ταύτα απομακρύνονται δια της εξουδετερώσεως και του αποχρωματισμού (ίδε και σελ. 24 και 25).
Εις την σελ. 1126 αναφέρει ότι η οσμή οφείλεται εν μέρει εις κατώτερα λιπαρά οξέα (τα οποία ως γνωστόν απομακρύνονται δια της εξουδετερώσεως) και ότι τα οσμηρά συστατικά απομακρύνονται εν μέρει δια των προσροφητικών μέσων (adsorpentien ίδε σχετικώς και σελ. 48).-
Επίσης εις το σύγγραμμα του 1938
Le raffinage de corps gras υπό G. Porchez σελ. 116 αναφέρεται ότι η δράσις των αποχρωστικών γαιών δεν περιορίζεται μόνον εις τον αποχρωματισμόν αλλά εκτείνεται και επί ωρισμένων πικρών ουσιών.-
Φρονούμεν κατά τ’ ανωτέρω ότι, τα περί ων ο λόγος δείγματα αν και μη περιέχοντα οξειδωτικά μέσα δύνανται να προορίζωνται δια τας βιομηχανίας των βερνικοχρωμάτων πολυτελείας, αι οποίαι συνήθως προτιμούν να προσθέτουν ίδια οξειδωτικά μέσα αναλόγως του εκάστοτε κατασκευαζομένου βερνικοχρώματος.
3ον ερώτημα: - "Εάν χρησιμοποιείται το λινέλαιον εις την σαπωνοποιΐαν και εάν θεωρήτε δυνατήν την χρήσιν ταύτην και παρ’ ημίν".
Το λινέλαιον χρησιμοποιείται εις την Σαπωνοποιΐαν αυτούσιον δια την παρασκευήν μαλακών σαπώνων, δύνανται όμως αναμεμιγμένον μετ’ άλλων λιπαρών ουσιών να δώση σάπωνας σκληρούς. Παρ’ ημίν αι κύριαι πρώται ύλαι δια τους σάπωνας οικιακής χρήσεως είναι το πυρηνέλαιον και το ελαιόλαδον. Το ελαιόλαδον χρησιμοποιείται κυρίως δια την παρασκευήν λευκών σαπώνων, επομένως εφ’ όσον θα πρόκειται περί λινελαίου ανοικτού χρώματος και εφ’ όσον η τιμή τούτου θα είναι κατωτέρα του ελαιολάδου, δεν υπάρχει κανείς λόγος να μην χρησιμοποιηθή ωρισμένον ποσοστόν λινελαίου προς σαπωνοποιΐαν αφού άλλως τε χρησιμοποιούνται και άλλα ακριβώτερα σπορέλαια ως π.χ. το κοκοφοινικέλαιον κλπ.
4ον ερώτημα "Εάν φρονείτε ότι το λινέλαιον ραφιναρισμένον και αποσμημένον δύναται να χρησιμοποιηθή παρ’ ημίν προς παρασκευήν μαγειρεικών λιπών και εν γένει να θεωρηθή ως βρώσιμον και δη λαμβανομένων υπ’ όψιν των εν τη χώρα μας ισχυόντων εθίμων ως και των φερομένου εις την κατανάλωσιν ελαιολάδου και ραφφιναρισμένου σπορελαίου.-
Η έννοια της λέξεως "βρώσιμον" είναι τελείως σχετική εξαρτωμένη όχι μόνον από την χημικήν σύστασιν και από τας φυσιολογικάς ιδιότητας αλλά και από τας οργανοληπτικάς ιδιότητας και από τα τοπικά έθιμα. Έν ελαιόλαδον δύναται να θεωρήται όχι μόνον βρώσιμον αλλά εξαίρετον από ένα χωρικόν της Κρήτης και να είναι αποκρουστικόν δι’ ένα κάτοικον της Κεντρικής Ευρώπης ή και αντιστρόφως.
Όσον αφορά ειδικώς το λινέλαιον εις το κλασσικόν σύγγραμμα
Enzyklopädie der Techn.[ischen] Chemie - Ullmann
, 2α έκδοσις (1932) Τόμος 9 Σελίς 542 αναφέρονται τα εξής. «Χρησιμοποιείται εις τας Αλπικάς Χώρας, εις την Σιλασίαν, εις τας Γερμανικάς και άλλας χώρας της Βαλτικής θαλάσσης, ως βρώσιμον, το δια ψυχράς πιέσεως λαμβανόμενον έλαιον είναι χρυσοκίτρινον ή ηλεκτρόχρουν, έχει ιδιάζουσαν αλλά όχι αηδή οσμήν και ελαφρώς πικρίζουσαν γεύσιν. Το δια θερμής πιέσεως λαμβανόμενον έλαιον δεν δύναται να χρησιμοποιηθή ως βρώσιμον».
Ο λόγος δια τον οποίον δεν δύναται να χρησιμοποιηθή ως βρώσιμον είναι γνωστός. Δια της θερμάνσεως συνεκθλίβονται μετά του ελαίου και άλλα συστατικά του λινοσπόρου προσδίδοντα εις το λινέλαιον δυσάρεστον και έντονον οσμήν και γεύσιν και σκοτεινόν χρώμα ενώ αφ’ ετέρου η υψηλή θερμοκρασία προκαλεί οξειδώσεις εις το κατ’ εξοχήν χημικώς ευπαθές λινέλαιον, αι οποίαι δεν επιτρέπουν πλέον την παραγωγήν εξ’ αυτού ελαίου δυναμένου να μεταβληθή εις βρώσιμον τοιούτον.-
Η έννοια του βρωσίμου εν τη χώρα μας έχει ως μέτρον και τα άλλα ραφιναρισμένα σπορέλαια και δύναται να κατανοηθή μόνον από τους γνωρίζοντας τας σημερινάς αξιώσεις της αγοράς των ελαίων αυτών των χρησιμοποιουμένων προ πάντων δια την παρασκευήν μαγειρεικών λιπών. Κι ο ελάχιστος χρωματισμός πέραν του ελαφροτάτου κιτρίνου και η ελαχίστη υπόνοια γεύσεως ή οσμής θεωρούνται ως μειονεκτήματα καθιστώντα έν σπορέλαιον ακατάλληλον δια τας χρήσεις ταύτας.
Το λινέλαιον ειδικώτερον λόγω της περιεκτικότητος ακορέστων λιπαρών οξέων εις αναλογίαν ανωτέραν των άλλων σπορελαίων (ιδιότης ήτις το χαρακτηρίζει ως το κατ’ εξοχήν ξηραινόμενον έλαιον) υπόκειται ευκόλως εις αλλοιώσεις κατά την θέρμανσιν εις τον ανοικτόν αέρα, αίτινες φυσικόν είναι να του προσδώσουν δυσάρεστον χαρακτηριστικήν οσμήν και γεύσιν, ακόμη και εάν ήτο τελείως αποσμημένον. Επομένως και αν τις εδοκίμαζε να χρησιμοποιήση αποσμημένον λινέλαιον παρ’ ημίν δια μαγερικούς σκοπούς θα επείθετο ότι είναι ακατάλληλον προς τούτο.-
Άλλως τε εάν τούτο ήτο δυνατόν θα είχε διαδοθή η χρήσις ραφφιναρισμένου και αποσμημένου λινελαίου εις την Ελλάδα προς παρασκευήν μαγειρικών λιπών και ελαίων καθ’ ην εποχήν αφ’ ενός δεν απηγορεύετο τούτο ενώ αφ’ ετέρου υπήρχον πλείσται εγκαταστάσεις αποσμήσεως σπορελαίων. Εξ’ ων όμως γνωρίζομεν δεν εγένετο ραφφινάρισμα λινελαίου και μόνον μετά την ίδρυσιν εγκαταστάσεων υδρογονώσεως παρ’ ημίν απηγορεύθη η χρήσις του λινελαίου προς παρασκευήν μαγειρικών λιπών και ελαίων με αντικειμενικόν σκοπόν την προστασίαν του εγχωρίου ελαιολάδου.- Δηλαδή κατά την γνώμην μας ο μόνος τρόπος να καταστή το λινέλαιον βρώσιμον δια την χώραν μας είνε η μερική ή ολική υδρογόνωσις τούτου.
Μετά τιμής
Θ. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ
Καθηγητής της Βρωματοχημείας εν τω Μετσοβείω Πολυτεχνείω.
Μέλος του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου.
Μέλος του Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβουλίου.

Σ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Καθηγητής της Χημείας των Τροφίμων εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω. Μέλος του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου.
Μέλος του Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβουλίου.

*ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΑΙΩΝ ΜΑΡΓΑΡΙΝΩΝ ΕΛΜΑ.
Προϊόντα εργοστασίου: Μαργαρίναι, Υδρογονωμένα έλαια, Μαγειρικά λίπη, Ελαιόλαδα ραφινέ, ελαιόλαδα κουπέ, Βαμβακέλαια ραφινέ, Καρυδέλαια, Σησαμέλαια, Λινέλαια, Κικινέλαια, Λινόπητται, Βαμβακόπητται, Καρυδόπητται, Σησαμόπητται, Σάπωνες, Κιολτσέδες, Αποβάμβακα, Στεατίναι - Υδρογονωμένα λιπαρά οξέα.
Εν Πειραιεί τη 24η Απριλίου 1948. Οδός Αθηνών 83.
Πανεπιστήμιον Αθηνών. Εργαστήριον Χημείας Τροφίμων. Αθήνας.
Κύριε Καθηγητά, Λαμβάνομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς όπως ευαρεστούμενοι εξετάσητε τας συνθήκας υφ’ ας γίνεται κατεργασία παρ’ ημίν των ελαίων προς παραγωγήν υδρογονωμένων ελαίων, εξευγενισμένων ελαίων και Μαργαρίνης και προβήτε εις σύνταξιν πραγματογνωμοσύνης επί της καταναλώσεως καυστικής σόδας και ηλεκτρικού ρεύματος κατά την προ της Κατοχής, κατά την Κατοχήν και μετά ταύτην χρονικάς περιόδους ώστε δια της πραγματογνωμοσύνης ταύτης να διαπιστούται ότι αι κατά το διάστημα της Κατοχής καταναλωθείσαι ποσότητες τούτων είναι αι κανονικαί εν τη πράξει απαιτούμεναι δια τας αντιστοίχους κατεργασίας και συγκεκριμμένως:
1) Ποίον το θεωρητικώς απαιτούμενον ποσόν χημικώς καθαράς καυστικής σόδας δια την εξουδετέρωσιν 1 κιλού ελαίου οξύτητος εις ελαϊκόν οξύ 1%;
2) Ποίον ποσόν χημικώς καθαράς καυστικής σόδας εν τη πράξει απαιτείται δια τον αυτόν σκοπόν;
3) Λαμβανομένης υπ’ όψιν της καθαρότητος της βιομηχανικής καυστικής σόδας του εμπορίου ποίον ποσόν ταύτης απαιτείται δια τον αυτόν σκοπόν;
4) Οποία ποσότης καυστικής σόδας απαιτείται δια τον καθαρισμόν των βαρελίων προς εναπόθεσιν ελαίου ή μαργαρίνης, λαμβανομένου υπ’ όψιν του είδους και του μεγέθους αυτών ως και της φύσεως του εντός αυτού προϋπάρχοντος είδους και καταλογισμόν αυτής εις ποσοστόν επί του κατεργασθέντος ελαίου;
5) Οποία ποσότης απαιτείται δια τον καθαρισμόν των δαπέδων και εγκαταστάσεων του εργοστασίου λαμβανομένου υπ’ όψιν και των ειδικών συνθηκών και καταλογισμός αυτής εις ποσοστόν επί του κατεργασθέντος ελαίου;
6) Εάν δια τον καθαρισμόν του υδρογόνου και παραγωγήν καταλύτου απητούντο μεγαλύτεραι ποσότητες καυστικής σόδας κατά το διάστημα της Κατοχής ένεκα των συχνών λόγω των ειδικών συνθηκών διακοπών της κατεργασίας και εάν τα ποσά ταύτα είναι αξιόλογα;
7) Εάν εκ της καταναλώσεως ηλεκτρικής ενεργείας κατά την β! περίοδον της γερμανικής κατεργασίας εν συγκρίσει με την α! τοιαύτην είτε εν τω συνόλω είτε κατά στάδιον και είδος κατεργασίας προκύπτει το συμπέρασμα ότι είναι δυνατόν κατά την β! κατεργασίαν να κατειργάσθησαν περισσότερα έλαια των φερομένων ως κατεργασθέντων;
8) Εάν είναι ποτέ δυνατόν να προσδιορισθούν επακριβώς οι κατεργασθείσαι ποσότητες ελαίων εκ των αναλωθεισών ποσοτήτων καυστικής σόδας και εκ της καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος και δη εις περίοδον καθ’ ην ήλλασσον αι συνθήκαι εργασίας ως συνέβαινε κατά την Κατοχήν;
9) Εκ της εν γένει πείρας και εκ πληροφοριών ας έχετε, φρονείτε ότι κατά το 1944 εκυκλοφόρουν σόδαι Α! και Β! ποιότητος;
Διατελούμεν μετά πλείστης τιμής.-
[Σφραγίδα - Υπογραφή]

8η Μαΐου 8
Προς την Ανών. Ελλην. Εταιρίαν Ελαιών - Μαργαρινών "ΕΛΜΑ" Πειραιά.
Κύριοι, Ίνα γνωματεύσω επί των δια της υμετέρας αιτήσεως τεθέντων μοι ζητημάτων σχετικώς προς την επί της γερμανικής κατοχής γενομένην παρ’ υμών κατεργασίαν ελαίων προέβην εις επιτόπιον εξέτασιν των ειδικών συνθηκών εργασίας του επί της οδού Αθηνών - Πειραιώς υμετέρου εργοστασίου και λαβών επίσης υπ’ όψιν και τα σχετικά δεδομένα της επιστημονικής βιβλιογραφίας κατέληξα εις τα κάτωθι συμπεράσματα:
1ον Ερώτημα. Ποίον το θεωρητικώς απαιτούμενον ποσόν χημικώς καθαράς καυστικής σόδας δια την εξουδετέρωσιν 1 χιλιογράμμου ελαίου οξύτητος εις ελαϊκόν οξύ 1%;
Απάντησις. Επιστημονικώς το δια την εξουδετέρωσιν απαιτούμενον ποσόν καυστικής σόδας θεωρητικώς είναι 1,4173 γραμ. κατά χιλιόγραμμον ελαίου οξύτητος 1% εις ελαϊκόν οξύ εκπεφρασμένης.
2ον Ερώτημα. Ποίον ποσόν χημικώς καθαράς καυστικής σόδας εν τη πράξει απαιτείται δια τον αυτόν σκοπόν;
3ον Ερώτημα. Λαμβανομένης υπ’ όψιν της καθαρότητος της βιομηχανικής καυστικής σόδας του εμπορίου ποίον ποσόν εκ ταύτης απαιτείται δια τον αυτόν σκοπόν;
Απάντησις εις 2 & 3.-Εις το εμπόριον κυκλοφορούν δυο ποιότητες σόδας η μια περιεκτικότητος 80-82% εις χημικώς καθαράν καυστικήν σόδαν και η ετέρα καθαρωτέρα περιεκτικότητος 95-97% περίπου. Εις την α! περίπτωσιν ο συντελεστής 1,4173 γίνεται 1,771 εις δε την β! περίπτωσιν 1,461.-
Εις τα ως άνω θεωρητικώς καθοριζόμενα ποσά δέον να προστεθή ποσοστόν 4-8% δια τα συνήθους καθαρότητος έλαια, το ποσοστόν τούτο δυσαναλόγως αυξάνεται επί περιπτώσεων κατεργασίας ελαίων μεθ’ υπερβολικής ποσότητος ακαθαρσιών (μούργας). Λαμβανομένης υπ’ όψιν της διαφοράς ταύτης μεταξύ θεωρίας και πράξεως οι ως άνω συντελεσταί γίνονται υπό τας ευνοϊκοτέρας των συνθηκών (καθαρότης σόδας 97% και διαφορά ποσοστού 8%) 1,9126.-
Ανακεφαλαιών τ’ ανωτέρω καταλήγω εις το συμπέρασμα ότι δι’ έκαστον βαθμόν οξύτητος κατά χιλιόγραμμον ελαίου απαιτούνται αναλόγως των συνθηκών 1,527-1,9126 γραμ. καυστικής σόδας του εμπορίου.-
Ερώτημα 4) Οποία ποσότης καυστικής σόδας απαιτείται δια τον καθαρισμόν των βαρελίων προς εναπόθεσιν ελαίου ή μαργαρίνης, λαμβανομένου υπ’ όψιν του είδους και του μεγέθους αυτών ως και της φύσεως του εντός αυτών προϋπάρχοντος είδους και καταλογισμός αυτής εις ποσοστόν επί του κατεργασθέντος ελαίου;
Ερώτημα 5) Οποία ποσότης απαιτείται δια τον καθαρισμόν των δαπέδων και εγκαταστάσεων του εργοστασίου λαμβανομένου υπ’ όψιν και των ειδικών συνθηκών και καταλογισμός αυτής εις ποσοστόν επί του κατεργασθέντος ελαίου;
Απάντησις εις 4ον και 5ον) Εις τας βιομηχανίας του είδους τούτου σημαντική επίσης ποσότης σόδας καταναλίσκεται δια τον καθαρισμόν των βαρελίων και εν γένει δοχείων της συσκευασίας των προϊόντων ως και των δαπέδων και εγκαταστάσεων του εργοστασίου.
Το ποσοστόν της ούτω καταναλισκομένης σόδας, εξαρτώμενον εκ πλείστων όσων παραγόντων ως π.χ. του εν γένει κύκλου εργασίας, της προσοχής του προσωπικού, της κατά μικροτέραν ή μεγαλυτέραν αναλογίαν συγχρόνου χρησιμοποιήσεως και ατμού, της ύλης εξ ης είναι κατασκευασμένα τα δοχεία (ξύλινα ή σιδηρά) και του είδους του προϊόντος όπερ περιείχον προηγουμένως κλπ. δεν δύναται επακριβώς να καθορισθή φρονώ όμως ότι θα ανέρχεται αναλόγως της χωρητικότητος και της ύλης εξ’ ης ταύτα είναι κατασκευασμένα εις 0,25 - 0,50 γραμ. κατά χ/γραμμον περιεχομένου ελαίου.-
Ενταύθα δέον να σημειωθή ότι η κατασκευή του Εργοστασίου παρουσιάζει σημαντικάς δυσκολίας δια την τήρησιν της δεούσης καθαριότητος εν αυτώ.-
Ερώτημα 6ον) Εάν δια τον καθαρισμόν του υδρογόνου και παραγωγήν καταλύτου απητούντο μεγαλύτεραι ποσότητες καυστικής σόδας κατά το διάστημα της κατοχής ένεκα των συχνών λόγω των ειδικών συνθηκών διακοπών της κατεργασίας και εάν τα ποσά ταύτα είναι αξιόλογα;
Απάντησις. Η κατανάλωσις σόδας δια τον καθαρισμόν του υδρογόνου και την κατασκευήν του Καταλύτου εις περιπτώσεις ανωμάλων συνθηκών παροχής ρεύματος και καυσίμων, ποιότητος καυσίμων και εν γένει εργασίας, ως συχνότατα συνέβαινε κατά το διάστημα της Κατοχής, ασφαλώς θα παρουσιάζη διαφοράς κυμαινομένας μεταξύ ευρέων ορίων μη δυναμένων επακριβώς να καθορισθούν.-
Ερώτημα 7ον) Εάν εκ της καταναλώσεως ηλεκτρικής ενεργείας κατά την β! περίοδον της γερμανικής κατεργασίας εν συγκρίσει με την α! τοιαύτην είτε εν τω συνόλω είτε κατά στάδιον και είδος κατεργασίας προκύπτει το συμπέρασμα ότι είναι δυνατόν κατά την β! κατεργασίαν να κατειργάσθησαν περισσότερα έλαια των φερομένων ως κατεργασθέντων;
Απάντησις.- Η κατανάλωσις ηλεκτρικής ενεργείας πρέπει κατά κανόνα να είναι ανάλογος της κατεργαζομένης ποσότητος ελαίου. Εκ της εξετάσεως των στοιχείων των τεθέντων υπ’ όψιν μου προκύπτει ότι κατά την β/ περίοδον εργασίας το ποσοστόν του καταναλωθέντος ρεύματος ήτο εν αναλογία προς το κατά την α! περίοδον καταναλωθέν μικρότερον φθάνον τα 75% περίπου, αναγόμενον επί της ποσότητος του κατεργασθέντος ελαίου.-
Ερώτημα 8ον) Εάν είναι ποτέ δυνατόν να προσδιορισθούν επακριβώς οι κατεργασθείσαι ποσότητες ελαίων εκ των αναλωθεισών ποσοτήτων καυστικής σόδας και εκ της καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος και δη εις περίοδον καθ’ ην ήλλασσον αι συνθήκαι εργασίας ως συνέβαινε κατά την Κατοχήν;
Απάντησις.- Γενικώς εν τη Βιομηχανία δεν είναι δυνατόν εκ της καταναλώσεως των υλικών επεξεργασίας να εξαχθούν απολύτως ακριβή συμπεράσματα περί της ποσότητος των κατεργασθεισών πρώτων υλών ειδικώτερον δε μάλιστα εις την ελαιουργίαν η ποσότης της καταναλωθείσης καυστικής σόδας και ηλεκτρικής ενεργείας δεν δύνανται να αποτελέσουν ασφαλή στοιχεία καθορισμού της ποσότητος των κατεργασθέντων ελαίων διότι αι ειδικαί συνθήκαι εργασίας συνεπάγονται μεγάλας διακυμάνσεις ως και εξ όλων των ανωτέρω εκτεθέντων συνάγεται.-
Ούτω εάν ληφθή υπ’ όψιν μόνον η κατανάλωσις της σόδας εξάγονται τα αντίθετα συμπεράσματα των προκυπτόντων εκ της καταναλώσεως του ηλεκτρικού ρεύματος. Τούτο δε οφείλεται εις το ότι δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν αι ειδικαί συνθήκαι εργασίας της υπό έλεγχον περιόδου.-
Ερώτημα 9ον) Εκ της εν γένει πείρας και εκ πληροφοριών ας έχετε, φρονείτε ότι κατά το 1944 εκυκλοφόρουν σόδαι Α! και Β! ποιότητος;
Απάντησις.- Δεν δύναμαι να γνωρίζω τοιούτον τι πάντως νομίζω ότι λόγω των επικρατουσών τότε συνθηκών ιδίως κατά το τέλος της Κατοχής θα έπρεπε να υπάρχουν σόδαι Β! ποιότητος πάντως όμως γνωρίζω ότι υπήρχον τοιαύται εις μεγάλας ποσότητας εξ ανελκύσεως ναυαγίων και ημικατεστραμμέναι εκ βομβαρδισμών, ων το ποσοστόν καθαρότητος ασφαλώς θα είχε κατέλθει πολύ κάτω του 80% δοθέντος ότι η καυστική σόδα αλλοιούται ταχέως εν τω αέρι.-

*“ΓΕΩΡΓΗΣ & ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ„ Α.Ε. ΚΥΛΙΝΔΡΟΜΥΛΟΙ.
Εν Πειραιεί τη 5 Ιανουαρίου 1955.
Προς τον Κύριον ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΓΑΛΑΝΟΝ Τακτικόν Καθηγητήν της Χημείας Τροφίμων εν τω Παν. Αθηνών και Μέλος του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου και του Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβουλίου του Κράτους. [Διορθωμένο] Αθήνας.
Έχομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν Υμάς όπως ευαρεστούμενος γνωμοδοτήσητε επί των κάτωθι τιθεμένων ζητημάτων:
1) Άλευρα τύπου 90% εξαγόμενα εκ Κυλινδρομύλου, δύνανται να περιέχωσι σκώληκας, ή τούτο είναι τεχνικώς αδύνατον και ένεκα τίνος λόγου.-
2) Δύναται να ευθύνεται ο εν Πειραιεί Κυλινδρόμυλος ημών δια την εν τοις αλεύροις ανεύρεσιν κατά την χημικήν ανάλυσιν σκωλήκων, λαμβανομένου υπ’ όψει, ειδικώτερον, ότι τα άλευρα ταύτα εξήχθησαν εκ του Κυλινδρομύλου την 10ην Ιουνίου 1953, και η μεν δειγματοληψία εγένετο εκ του εν Ιωαννίνοις καταστήματος του αγοραστού την 28ην Ιουλίου 1953 η δε χημική εξέτασις την 5 - 6 Αυγούστου ιδ. έτους. Δέον να σημειωθή ότι τα άλευρα ταύτα ήσαν τύπου 90%, είχον δε παραχθή εκ σίτου αμιγούς.
3) Εάν η επερχομένη από της εκ του Κυλινδρομύλου εξαγωγής των αλεύρων αλλοίωσις επέρχεται βαθμιαίως και εν περιπτώσει αποκλεισμού του αέρος εν τω δείγματι, (εν φιάλη αεροστεγώς κεκλεισμένη) εάν δύναται να επέλθη ταχέως και εντός πόσου χρόνου περίπου, η αλλοίωσις του ουτωσί φυλασσομένου δείγματος και η ανάπτυξις σκωλήκων.-
Μετά τιμής
[Σφραγίδα - Υπογραφή]

12 Ιανουαρίου 5
Προς την Α.Ε. Γεωργής και Νικολετόπουλος Κυλινδρόμυλοι. Πειραιά.
Εις απάντησιν υμετέρας επιστολής εχούσης ούτω:
Προς τον κύριον Σπυρίδωνα Γαλανόν Τακτικόν καθηγητήν της Χημείας Τροφίμων εν τω Πα/μίω Αθηνών και Μέλος του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου και του Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβουλίου του Κράτους. Αθήνας.
Έχομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν Υμάς όπως ευαρεστούμενος γνωμοδοτήσητε επί των κάτωθι τιθεμένων ζητημάτων:
1) Άλευρα τύπου 90% εξαγόμενα εκ Κυλινδρομύλου, δύνανται να περιέχωσι σκώληκας, ή τούτο είναι τεχνικώς αδύνατον και ένεκα τίνος λόγου.-
2) Δύναται να ευθύνεται ο εν Πειραιεί Κυλινδρόμυλος ημών δια την εν τοις αλεύροις ανεύρεσιν κατά την χημικήν ανάλυσιν σκωλήκων, λαμβανομένου υπ’ όψει, ειδικώτερον, ότι τα άλευρα ταύτα εξήχθησαν εκ του Κυλινδρομύλου την 10ην Ιουνίου 1953, και η μεν δειγματοληψία εγένετο εκ του εν Ιωαννίνοις καταστήματος του αγοραστού την 28ην Ιουλίου 1953 η δε χημική εξέτασις την 5-6 Αυγούστου ιδ. έτους. Δέον να σημειωθή ότι τα άλευρα ταύτα ήσαν τύπου 90%, είχον δε παραχθή εκ σίτου αμιγούς.
3) Εάν η επερχομένη από της εκ του Κυλινδρομύλου εξαγωγής των αλεύρων αλλοίωσις επέρχεται βαθμιαίως και εν περιπτώσει αποκλεισμού του αέρος εν τω δείγματι, (εν φιάλη αεροστεγώς κεκλεισμένη) εάν δύναται να επέλθη ταχέως και εντός πόσου χρόνου περίπου, η αλλοίωσις του ούτωσι φυλασσομένου δείγματος και η ανάπτυξις σκωλήκων.- Μετά τιμής Τ.Σ. Υπογραφή
γνωρίζομεν υμίν ότι καθ’ α αναφέρει η σχετική επιστημονική βιβλιογραφία και η μακρά ημών πείρα απέδειξεν
α) Κατά την έξοδον των αλεύρων εκ των κυλινδρομύλων αποκλείεται οπωσδήποτε η ύπαρξις σκωλήκων ή ακάρεων.
β) Οι σκώληκες και τα ακάρεα αναπτύσσονται μεταγενεστέρως κατά την παραλαβήν [;] του αλεύρου, δι’ ο και το υπό την εμήν προεδρίαν Ανώτατον Χημικόν Συμβούλιον του Κράτους δια της υπ’ αριθ. 599 και 599 δις του 1953 αποφάσεώς του περιώρισε τον χρόνον της ευθύνης του αλευροβιομηχάνου κατά την θερινήν περίοδον εις 45 ημέρας. Οι Έμποροι έχουν την υποχρέωσιν όπως υπό ιδίαν των ευθύνην διενεργούν την διάθεσιν εις την κατανάλωσιν των αλεύρων εγκαίρως.
γ) Η διατήρησις των δειγμάτων εντός κλειστών υαλίνων δοχείων, ιδίως υπό τας θερινάς συνθήκας, επιταχύνει σημαντικώς την ανάπτυξιν των σκωλήκων.-













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου