Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Άγιος Σπυρίδωνας Πειραιώς.

Συμβολή στην ιστορία ανεγέρσεως του πρώτου ναού.

 
                                                                Ερευνά και γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το βράδυ της Δευτέρας 30 Μαΐου 2016 παρουσιάστηκε στο ΕΒΕΠ το βιβλίο του πρωτοπρεσβύτερου Βασιλείου Πόπη «Το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνος και ο Όσιος Σεραφείμ ο Δομβαΐτης».
Όπως συμβαίνει συνήθως στην μεγάλη μας πόλη όπου οι δεσμοί των πνευματικών σωματείων - φορέων είναι χαλαροί και οι προσκλήσεις στέλνονται κατ’ επιλογήν, δεν ειδοποιήθηκε η Φιλολογική Στέγη Πειραιώς και φυσικά εμείς οι ερευνητές της πειραϊκής ιστορίας που με τα εκατοντάδες άρθρα έχουμε προσφέρει (μέσα από τις εφημερίδες, τα περιοδικά και το διαδίκτυο) στους νεότερους αναγνώστες όλες εκείνες τις πηγές, τα τεκμήρια, τις πληροφορίες, τα πρωτότυπα κείμενα των περιηγητών και το φωτογραφικό υλικό που χρειάζονται για να ολοκληρώσουν την δική τους εργασία ώστε να εκδώσουν το προσωπικό τους βιβλίο.
Είμαι όμως ευτυχής που με κείμενά μου, διευκρινίσεις και σχόλια έχω βοηθήσει ένα μεγάλο αριθμό συγγραφέων ή εκδοτών να τυπώσουν βιβλία ενώ πολλοί νέοι με έχουν συμβουλευτεί και τους έχω βοηθήσει στην διδακτορική τους διατριβή.
Τον Πόπη, μία αξιοπρόσεκτη ιερατική μορφή, είχα συναντήσει ένα πρωινό παλαιότερα στον εν λόγω ναό όταν τον επισκέφτηκα μαζί με τον Δημοσθένη Μπούκη. Εκεί μας διάβασε κάποια στοιχεία για τον Άγιο Σπυρίδωνα που μάλλον ενέταξε στο βιβλίο του.
Τελικά η έκδοση διέψευσε την αναμονή μου, βρίθει λαθών, αλλοιώνει χρονολογίες, υστερεί σε ιστορικές γνώσεις και κάπου χάνεται, απομακρύνεται από τον τίτλο αφού για παράδειγμα αντί την σύντομη ιστορική αναδρομή για τον Πειραιά, την “κατάρα” του σπιτιού του Μιαούλη και τον άσχετο με το θέμα κατάλογο των δημάρχων Πειραιώς θα περιμέναμε να δούμε εκείνον με τους ιερείς που υπηρέτησαν στον ναό, τους αγιογράφους, τους επώνυμους ψάλτες, την πορεία του στον χρόνο, τις ανακαινίσεις του, τις δραστηριότητές του, το πνευματικό του έργο, τα παρεκκλήσια του κλπ.
Όσον αφορά στο οπτικό υλικό, οι ελάχιστες φωτογραφίες του, που μερικές είναι αντιγραμμένες από επώνυμο blog, θα έπρεπε να είχαν αντικατασταθεί από άλλες με περιεχόμενο τις υπέροχες τοιχογραφίες του, τα σπάνια εκκλησιαστικά του έπιπλα και σκεύη, απόψεις από σημαντικές λειτουργίες, λιτανείες της εικόνας του αγίου Σπυρίδωνος ή των Θεοφανίων που γίνονται μπροστά του με θέα την εμπρόσθια όψη του.
Επίσης καλό θα ήταν να αναδεικνύονταν τυχόν έντυπα ή περιοδικά που είχε εκδώσει κατά καιρούς ο ναός.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Χρησιμοποιώντας τις ενότητες των αδημοσίευτων, άγνωστων χειρόγραφων που ασχολήθηκα και αντέγραψα με κόπο τους τελευταίους μήνες θα αντλήσω από τον υποφάκελο «Εκκλησίαι» παλαιά κιτρινισμένα φύλλα χαρτιού που αναφέρονται στο χτίσιμο του πρώτου ναού του Αγίου Σπυρίδωνα. Με δυσκολία τα μετέφερα στο Word επειδή ο συντάκτης τους δεν τα είχε αριθμήσει όλα, είχε προσθέσει σε φύλλα με κόλλα κι άλλα κομμάτια χαρτιού, είχε πολλές σβησμένες προτάσεις, έκανε παραπομπές στα περιθώρια και προ πάντων σύγχυσε την «νέα εκκλησία» του Αγίου Σπυρίδωνος με την ανέγερση - στα αμέσως επόμενα χρόνια - της γειτονικής Αγίας Τριάδος.
Τηρώντας την πάγια αρχή να παρουσιάζω τα δυσεύρετα κείμενα της συλλογής μου ως έχουν, διαιωνίζοντας έτσι την ύπαρξή τους, εκθέτω αμέσως τις αναφορές για την μονή, τον πρώτο σχεδιασμό και τις ενέργειες για την ανόρθωση τού όπως αποδείχτηκε προβληματικού ναού (θεμελίωση στις 18.5.1836) που κι εκείνος κατεδαφίστηκε αργότερα επί δημαρχίας Λουκά Ράλλη για να κτιστεί (νέα θεμελίωση στα 1865) η σημερινή πανέμορφη εκκλησία του προστάτη της πόλης μας (εγκαινιάστηκε στις 2.12.1873 επί δημαρχίας Δημητρίου Μουτζοπούλου).
Έχουμε να παρατηρήσουμε ότι η σταδιακή ανέγερση του αρχικού ναού μπλέχτηκε στα γρανάζια μιας διαδικασίας ανάμεσα στον Δήμο, στους αρχιτέκτονες, στους εργολάβους, στους προμηθευτές, στους κτίστες, στις επιτροπές, σε συνδυασμό με τα πενιχρά οικονομικά και την έλλειψη σταθερού συντονισμού των εργασιών. Τόσα δάνεια, συνεισφορές και δωρεές που θα μπορούσαν στοχευόμενα να αποδώσουν σπουδαία έργα στον Πειραιά, πήγαν χαμένα..

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

ΜΟΝΟΦΥΛΛΟ ΑΡΙΘΜΟΣ 1. ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΟΨΗ.

Μονή του αγίου Σπυρίδωνος.

Εν τη Αττική ήδη από του μεσαίωνος μνημονεύονται μοναί, ων αρχαιοτάτη ην η του Δαφνίου, κτίσμα ούσα του δεκάτου αιώνος. Αλλ’ εν τοις εσχάτοις χρόνοις ουδεμία των μονών εκείνων διετηρήθη αι δε διασεσωσμέναι είναι κτίσματα μεταγενεστέρων χρόνων, εν αις ήσαν τα επί της αντιβασιλείας τω 1833 διαλυθέντα, ήτοι Ιωάννης ο Πρόδρομος, Μετόχιον της αγίας Τριάδος, ο άγιος Δημήτριος, οι Ταξιάρχαι, 
ο προφήτης Ηλίας, η Χελιδονού, η αγία Άννα, Ιωάννης ο Θεολόγος, η Καισαριανή, η οσία Φιλοθέη, το μετόχιον του αγίου Τάφου, το μετόχιον του Σινά, το Αστέρι, και τα διατηρηθέντα η των Ασωμάτων (Πετράκη), η Πεντέλη, το Καλολιβάδιον και των Κλειστών.
Εν ταις τω 1833 διαλυθείσας ην και η του αγίου Σπυρίδωνος η εν Πειραιεί κειμένη, περί ης ουδέν γινώσκομεν ούτε πότε και υπό τίνος εκτίσθη ούτε την ιστορίαν∙ αλλ’ όμως εκ των λεχθησομένων δήλον ότι ούτ’ επίσημος ούτε πολύ αρχαία ην.
Οι αρχαιότεροι περιηγηταί ουδαμού μνημονεύουσιν αυτού∙ τω δε 1765 ο Χάνδλερος μόνον ονομάζει. Τω δε 1827 από 21 μέχρι τη 28 Απριλίου διά χιλίων περίπου σφαιρών της φρεγάτας Ελλάδος και Καρτερίας κατεκρημνίσθη σχεδόν.
Ότε δε ο Πειραιεύς κατέστη δήμος εν τη μονή διέτριβε μόνον ο ηγούμενος Συμεών Μαρμαροτούρης μεθ’ ενός δοκίμου, όστις και μετά την διάλυσιν της μονής διέτριβεν εν αυτή. Όπως δε και πριν οι εκάστοτε εν Πειραιεί διατρίβοντες εξεκλησιάζοντο εν τω ναώ της μονής ταύτης, ούτω και μετά την διάλυσιν, ότε μάλιστα ως ούσα η μόνη εν Πειραιεί εκκλησία και ως ενοριακή εχρησίμευεν και ως μητρόπολις, εν ή ετελούντο πάσαι τε αι εορταί και τελεταί των Πειραιέων.

ΜΟΝΟΦΥΛΛΟ ΑΡΙΘΜΟΣ 1. ΟΠΙΣΘΙΑ ΟΨΗ. [Το κείμενο είναι διαγραμμένο με δύο χιαστί γραμμές]

Η μονή άγιος Σπυρίδων.

Τη 30 Δεκεμβρίου 1835 ο δήμαρχος προύτεινε τω δημοτικώ συμβουλίω «να γείνη νέα εκκλησία εις την πόλιν ταύτην ανάλογα με τον πληθυσμόν των κατοίκων, εις την οποίαν να μετατεθεί η αγία εικών του αγίου Σπυριδώνου και να ονομασθή ούτως: «ο Άγιος Σπυρίδωνας» και φροντίσει προς τούτο περί δανείου, συνεισφορών κτλ.
Τη 8 Μαΐου 1836 εξαιτείται την συνδρομήν παντός Έλληνος προς ανοικοδόμησιν του ναού προτάσσων τάδε:
«Κατά το έτος 1827, ότε τα πλοία Ελλάς και Καρτερία εισέβαλον εις τον λιμένα Πειραιώς προς καταδίωξιν των εχθρών, επυροβόλησαν τους εν των ναώ του αγίου Σπυρίδωνος εχθρούς, οίτινες αντέκρουσαν εις τα πολεμικά επιχειρήματα των ημετέρων στρατευμάτων, και κατεδάφισαν σχεδόν το ήμισυ του ιερού τούτου ναού, ου μόνον τούτο, αλλά και ήδη διά Β. διατάγματος θεωρείται ως διαλελυμένος». Δοθείσης λοιπόν, της αδείας προς οικοδομήν, ης ο θεμέλιος λίθος τεθήσεται τη 18 Μαΐου, αγγέλλει ότι αι συνεισφοραί κατατίθενται παρά τοις επιτρόποις της οικοδομής Εμμ. Μεστενέα, Βασίλειον Δασκαλόπουλον και Ιωάννην Αποστόλου. 
Τη 17 Νοεμβρ. 1836 ητήσατο ο δήμαρχος παρά του δημ. Συμβουλίου 9,000 έτι προς αποπεράτωσιν της οικοδομής.
Τη 10 Δεκεμβρίου 1836 ο δήμαρχος δι’ εγκυκλίου παρεκάλεσε τους εν Ερμουπόλει, Τήνω και Μυκώνω χριστιανούς .. [Το κάτω μέρος της πλευράς αυτού του εγγράφου είναι σκισμένο και κολλημένο με πρόσθετο χαρτί. Ίσως λέει: .. ποσού δρχ. 9.5 ορισθέντος προς .. συλλογήν συνεισφορών]

ΜΟΝΟΦΥΛΛΟ ΑΡΙΘΜΟΣ 2. [Μονόφυλλο με υδατόσημο το στέμμα και κυκλικά την ένδειξη «ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 1879»]

Η μονή [είχε] και αλλαχού κτήματα και εν τω δεξιώ και αριστερώ του Πειραιώς μέρει.
Τη 16 Οκτωβρίου 1836 διωρίσθη επιτροπή ίνα διορίση τα όρια διά πασσάλων των γηπέδων και γαιών της μονής.

Τη 9 Ιουλίου 1837 διωρίσθησαν επίτροποι της εκκλησίας Ιωάννης Αποστόλου, Ιωάννης Ράλλης και Παναγιώτης Οικονομίδης.

1838
Το του αγίου Σπυρίδωνος ευαγγέλιον αγορασθέν παρά του δήμου παρελήφθη παρά της διοικήσεως τη 19 Μαΐου 1838.  

ΜΟΝΟΦΥΛΛΟ ΑΡΙΘΜΟΣ 3.

Άγιος Σπυρίδων

Και εκ των σκευών της εκκλησίας φαίνεται η ταπεινότης της μονής του αγίου Σπυρίδωνος. Δήλον δε. 
Τη 11 Φεβρουαρίου ο δήμαρχος ητήσατο παρά της γραμματείας των εκκλησιαστικών ίνα τα σκεύη του ναού και μετά την διάλυσιν της μονής μένωσι κτήμα του ναού εις κοινήν αυτού εκκλησιαστικήν χρήσιν∙ τη δε 5 Μαρτίου κατ’ έγγραφον του επάρχου από της 28 του αυτού δεξαμένου την πρότασιν αυτού ο δήμαρχος αντεπιστέλει ότι ιερά σκεύη, κατεχόμενα υπό του πρώην ηγουμένου της διαλελυμένης μονής αρχιμανδρίτου Συμεώνος Μαρμαροτούρη ήσαν τάδε: ευαγγέλιον επηργυρωμένον, δύο αργυροί σταυροί, τέσσαρα αργυρά κανδύλια, δύο επιτραχήλια χρυσοΰφαντα, δύο φελώνια σηρικά, έν στοιχάριον, δύο ζεύγη επιμανικίων, δύο ζώναι αργυραί, έν επιγονάτιον και έν θυμιατήριον∙ ότι ταύτα αγνοεί ει περ της μονής κτήμα, αλλ’ όμως πάντοτε εν χρήσει του ναού αυτής ήσαν. Τη 28 Δεκεμβρίου 1837 εδέξατο ο διοικητής την πρότασιν του δημάρχου επί ωρισμένοις όροις.
Καταστάντος δε του ναού του αγίου Σπυρίδωνος ως ενοριακής του Πειραιώς εκκλησίας, διωρίσθησαν τη 11 Φεβρουαρίου 1836 επίτροποι, ως εν απάσαις ταις των πόλεων εκκλησίαις, ο Ιωάννης Αντωνιάδης και Γεώργιος Κανελλάς, ους αυθήμερον ο δήμαρχος συνέστησε προς τους κατοίκους. Μουσικός δε ψάλτης αυτής τη 3 Φεβρουαρίου ο αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Θετταλός άριστος μουσικός, όστις όμως τη 27 Απριλίου επαύθη δι’ έλλειψιν χρημάτων.
Εν τω ναώ δε του αγίου Σπυρίδωνος ετελούντο αι δημοτελείς εορταί και εγένοντο αι τελεταί, καθάπερ είρηται, εκείναι μεν αι τη α΄ Ιανουαρίου η περιτομή του Ιησού Χριστού και ως πρώτη του έτους, η των Θεοφανείων τη 6 του αυτού, και η τη 12 Δεκεμβρίου του αγίου Σπυρίδωνος.

ΜΟΝΟΦΥΛΛΟ ΑΡΙΘΜΟΣ 4.
 
Άγιος Σπυρίδων.
Ιερά σκεύη
1836
Η δημαρχία ητήσατο ίνα τα ιερά σκεύη και άμφια του ναού της διαλυθείσης μονής του αγίου Σπυρίδωνος παραχωρηθώσι τω δήμω. Τη 10 Μαρτίου 1836 έπεμψε την αίτησιν της δημαρχίας η επί των εκκλησιαστικών γραμματεία προς την επιτροπήν του εκκλησιαστικού ταμείου ην απετέλουν Δ. Καλλιφρονάς, Α. Πολυζωίδης, ο πρώην Σμύρνης Σεραφείμ, Νικηφόρος Χαρ. Ιβηρίτης, Φ. Παπαμανώλης και Νικόλαος Λεβίδης, ήτις εγνωμοδότησε να παραχωρηθώσι τω δήμω τα αιτούμενα∙ το δε τίμημα να δοθή εις το εκκλησιαστικόν ταμείον μετά τέσσαρα έτη ατόκως επί χρεωστική ομολογία. Προσεπισημειοί δε η επιτροπή ότι τινά των σκευών ελλείπουσιν. Ο δε επί των εκκλησιαστικών γραμματεύς της επικρατείας Ι. Ρίζος διέταξε τη 1 Ιουλίου 1836 να ερωτηθή ο δήμος εάν στέργη τον προτεινόμενον όρον της επιτροπής, ην τη 28 Δεκεμβρίου 1837 έπεμψεν ο διοικητής Σ. Ευκλείδης προς τον δήμαρχον, όστις τη 10 Ιανουαρίου 1838 υπέβαλε τω δημοτικώ συμβουλίω, όπερ τη 24 Φεβρουαρίου απεφάσισεν ίνα εκ των σκευών και αμφίων ληφθώσι προς χρήσιν της εκκλησίας έν ευαγγέλιον, έν δισκοπότηρον και είς επιτάφιος.
Τη 30 Ιουλίου προσεκάλεσεν ο δήμαρχος τους επιστάτας της εκκλησίας Ιωάννην Αποστόλου, Ιωάννην Ράλλην και Π. Οικονομίδην κατ’ ανωτέραν διαταγήν να σταθμήση (ζυγίση) το αργυρούν ευαγγέλιον και αγγείλη το βάρος, ήτις τη α΄ Αυγούστου αγγέλλει ότι το ολικόν βάρος του ευαγγελίου οκάδες 2,050, ων 1,320 χάρτης, άργυρος δε δράμια 130, άπερ τη 2 του αυτού ήγγειλεν ο δήμαρχος τη διοικήσει.

ΕΠΤΑ ΑΡΙΘΜΗΜΕΝΑ ΜΟΝΟΦΥΛΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟ ΤΙΤΛΟ «Αγία Τριάς». Πρόκειται όμως για την «νέα εκκλησία» του Αγίου Σπυρίδωνος αφού η Αγία Τριάδα θεμελιώθηκε αργότερα (ίσως στις 7.1.1840, όσο και να ερευνήσει κανείς βρίσκει διαφορετικές ή αόριστες χρονολογίες).

ΠΡΩΤΟ ΦΥΛΛΟ, ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΟΨΗ.

Αγία Τριάς

Επειδή η εκκλησία του αγίου Σπυρίδωνος ήτο στενάχωρος, οι δε κάτοικοι και οι παρεπιδημούντες ομόδοξοι ξένοι και προπάντων οι επί των ελλιμενιζομένων πλοίων Ρώσσοι οσημέραι επολλαπλασιάζοντο, παρέστη η ανάγκη οικοδομής νέας εκκλησίας ευρυχωροτέρας και μεγαλοπρεπεστέρας, ην τη 30 Δεκεμβρίου 1835 παρίστα ο δήμαρχος εν εκθέσει προς το δημοτικόν συμβούλιον, όπερ τη 7 Ιανουαρίου 1836 ενέκρινε ταύτην τε και την της 31 Δεκεμβρίου 1835 υποβληθείσαν υπό του δημάρχου πρότασιν περί της οικοδομής νέας εκκλησίας, περί δανείου 500 ταλήρων, εισπράξεως εκουσίων συνεισφορών, της μετακομίσεως της του αγίου Σπυρίδωνος εικόνος εκ της διαλελυμένης μονής εις την εγερθησομένην εκκλησίαν και περί διορισμού τριμελούς επί των εκουσίων συνεισφορών της εκκλησίας οικοδομήν επιτροπείας∙ τη δε 14 Ιανουαρίου 1836 ο δήμαρχος ητήσατο παρά του επάρχου την επικύρωσιν αμφοτέρων των πράξεων του δημοτικού συμβουλίου. Τη δε 15 του αυτού διωρίσθησαν προσωρινοί, ως φαίνεται, οι επί των συνεισφορών επίτροποι, ο δημοτικός σύμβουλος Α. Σίνος και ο δημαρχικός πάρεδρος Σκυλίτζης∙ τη 31 του αυτού εδήλωσε τω επάρχω ότι το δάνειον ληφθήσεται εκ των τακτικών εισοδημάτων του δήμου∙ το δε σχέδιον της εκκλησίας επετράπη τω αρχιτέκτονι Κλεάνθει. 

τη δε 6 Απριλίου διωρίσθησαν υπό του δημοτικού συμβουλίου δύο επιτροπείαι, ων την μεν συναπετέλουν ο Ιωάννης Αποστόλου, Εμμανουήλ Μεστενεύς, Βασίλειος Δασκαλόπουλος ορισθέντες επί της εισπράξεως των εκουσίων συνεισφορών∙ την δε ο Κωνσταντίνος Σκυλίτζης, Ιωάννης Αντωνιάδης, Βασίλης Αργαστηριάρης και Γεώργιος Κανελλάς συμπράττοντες μεν τη άλλη επιτροπεία, όντες δε ιδία επί της αγοράς των υλικών και δαπάνης της οικοδομής∙ σύναμα δε διωρίσθησαν ο μεν αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Θετταλός ταμίας, ο δε Βασίλειος Δασκαλόπουλος γραμματεύς αυτού∙ γραμματεύς δε των δύο επιτροπών διωρίσθη τη 7 Απριλίου ο Κωνσταντίνος Αδαμόπουλος.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΦΥΛΛΟ, ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΟΨΗ.

Τη δε 9 Απριλίου έγραφεν ο δήμαρχος τω επάρχω ότι κατά την τη α΄ Μαρτίου τω αρχιτέκτονι δοθείσαν εντολήν το μεν μήκος της εκκλησίας έσται πήχεις τεσσαράκοντα, το δε πλάτος εικοσιτέσσαρας, το δε ύψος εκ της επιφανείας δέκα, το δ’ υπόλοιπον γενήσεται δενδροφυτεία και ότι όσον ούπω έμελλε να γένηται έναρξις της οικοδομής, εξητείτο την έγκρισιν επισυνάπτων και το σχέδιον του αρχιτέκτονος και ως πόρους προτείνων τας συνεισφοράς, τα εισοδήματα του αγίου Σπυρίδωνος, και εν ανάγκη δάνεια. Τη δ’ 11 του αυτού ητήσατο παρά του τελώνου ίνα μη τελωνίσει την διά πλοίου κομισθείσαν άσβεστον, διότι προυτίθετο να ζητήση παρά την ατέλειαν των οικοδομησίμων της εκκλησίας υλών.
Ούτω δε μετ’ ενθουσιασμού ιερού συνεισέφερον οι κάτοικοι της μικράς πόλεως και αυτοί οι άποροι, ώστε εν μια ημέρα δεκατρία πρόσωπα κατέβαλον 2,300 δραχμάς. Τη δε 27 η επιτροπή εξητήσατο παρά του δημάρχου ένθεν μεν ίνα μη προβή η οικοδομή μέχρις ου εξευρεθώσιν οι πόροι, ένθεν δε τον διορισμόν ως ταμίου ενός των μελών αυτής αντί του αρχιμανδρίτου Γερασίμου ευκολίας χάριν∙ ταύτα δε ίσως μαθών τη 4 Μαΐου παρητήθη ως ασθενών. Τη αυτή δ’ ημέρα απέστειλε και ο έπαρχος την προς οικοδομήν άδειαν.
Τη δε 8 Μαΐου εξέδωκεν ο δήμαρχος προκήρυξιν «προς τους φιλανθρώπους» λέγων ότι η εκκλησία «είναι το μόνον επιστήριγμα της θρησκείας μας, δι’ ην εφονεύθημεν, εδιώχθημεν, υστερήθημεν αδελφούς, γονείς και συγγενείς, ιδιοκτησίας κτλ». Τη δε 14 Μαΐου προσεκάλεσε

[ΟΠΙΣΘΙΑ ΟΨΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΦΥΛΛΟΥ. Πρόκειται για σημειώσεις που μετά εντάχθηκαν στο κείμενο.

Άγιος Σπυρίδων

Τη 5 Μαρτίου 1836 καταγράφει ο δήμ. τα ιερά του ναού του αγίου Σπύριδωνος τα κατεχόμενα υπό του ηγουμένου της μονής αρχιμανδρίτου Συμεώνος, άτινα ήσαν:

Τη 15 Μαΐου 1836 απαντών ο μητροπολίτης Αττικής Νεόφυτος αιτείται αντίγραφον της περί ανεγέρσεως της του ναού οικοδομής αδείας.

Τη 16 Μαΐου 1836 προυκήρυξεν ο δήμαρχος: ότι τη 18 (ημέρα Δευτέρα) έμελλε να τεθή ο θεμέλιος λίθος του αγίου Σπυρίδωνος, καθ’ ην ώφελον άπαντα τα καταστήματα, εργαστήρια, καφενεία, οινοπωλεία, ξενοδοχεία, να μείνουσι κλειστά, άπαντες δ’ οι κάτοικοι παρεύρωνται εν τη  τελετή γενησομένη μετά την θείαν λειτουργίαν. 

Τη 3 Σεπτεμβρίου 1836 προσεκλίθη ο ενωματάρχης να λάβη δύο αμάξια προς μετακόμισην λίθων διά την εκκλησίαν.

Τη 10 Σεπτεμβρίου 1836 ο επίτροπος της εκκλησίας Ιωάννης Αντωνιάδης εκράτησε 30 δρχ. διά μισθόν του αυθαιρέτως όπερ προς το δημ. συμβούλιον γνωστοποιών ο δήμ. αποδοκιμάζει.

Τη 25 Σεπτεμβρίου 1836 ητήσατο παρά του δημ. συμβουλίου να εγκρίνη όπως αιτήσηται παρά της κυβερνήσεως να παραχωρηθή ο των οικοδομών φόρος μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1836 υπέρ της οικοδομής της εκκλησίας.

Τη 14 Δεκεμβρίου 1836 διωρίσθησαν επίτροποι προς …. των δαπανών της εκκλησίας Κ. Σκυλίτζης, 
Β. Αργαστηριάρης, Γ. Κανελλάς και Ιωάννης Αντωνιάδης]

ΤΡΙΤΟ ΦΥΛΛΟ, ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΟΨΗ.

να ιερουργήση κατά την ημέραν της καταθέσεως του θεμελίου λίθου ο Αθηνών Νεόφυτος, όστις τη 15 του αυτού επιστέλλων ητήσατο την περί ανεγέρσεως άδειαν.
Τη 14 δε Μαΐου πέμπει ο δήμαρχος τω επάρχω το τε πρώτον και το σχέδιον του Κλεάνθους κατά την από α΄ Μαρτίου δήλωσιν του δημάρχου μεταποιηθέν, όπως εκλέξη το έτερον.
Τέλος προεξωμαλίσθησαν τα πάντα∙ τη δε 18 Μαΐου ημέρα δευτέρα κατά προκήρυξιν τη 16 του δημάρχου πάντες οι κάτοικοι και πάροικοι Πειραιώς παρέστησαν εν τη εκκλησία του αγίου Σπυρίδωνος εις την μυσταγωγίαν∙ τα πλήθη συνωθούντο εκτός της εκκλησίας.
Ουδείς διέτριβεν εν τη πόλει ουδέ περί του έργου αυτού ησχολείτο∙ διότι εργαστήρια, καφενεία, οινοπωλεία, ξενοδοχεία και παν άλλο κατάστημα και καταγώγιον ην κεκλεισμένον. Μετά δε την λειτουργίαν ο λαός συνωστίζετο περί τα ορύγματα της ανεγερθησομένης εκκλησίας. Ενταύθα ετελέσθη ο αγιασμός, μεθ’ ον ετέθη ο θεμέλιος λίθος.
Αλλ’ η οικοδομή δεν προέβη, διότι το σχέδιον αυτής το υπό του Κλεάνθους εκπονηθέν έκειτο έτι υπό την γραφίδα του αρχιτέκτονος Σχαουβέρτου (Schaubert)∙ όπερ τέλος μόλις μεθ’ ένα μήνα, ήτοι τη 19 Ιουνίου, επεστράφη κατά πολύ μεταβεβλημένον. Ο Σχαουβέρτος δήλα δη κατά το προς τον δήμαρχον του επάρχου έγγραφον ευρών το του Κλεάνθους σχέδιον μεγαλοπρεπέστερον, πλούσιον και δυσανάλογον μετεποίησεν επί το ευπρεπές απλούν, ανάλογον και ολιγοδάπανον της γλυπτικής δ’ αναπληρουμένης εν αυτώ διά της ζωγραφικής κατά τον βυζαντινόν ρυθμόν, καθ’ ον μετεποιήθη και το δρύφακτον (τέμπλεον) αντί δε των δύο κωδωνοστασίων έν, κτισθησόμενον όταν ο δήμος ευπορήση∙ αι δε διαστάσεις διετηρήθησαν αι αυτά, ώστε, τιθεμένων τριών ανθρώπων επ’ εκάστου τετραγωνικού μέτρου, να περιέχη ο ναός 800 μέχρι 1000, πλην των υπό τας εκατέρωθεν

ΤΕΤΑΡΤΟ ΦΥΛΛΟ, ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΟΨΗ.

στοάς γυναικών. Αι δε δαπάναι περιωρίσθησαν εις 23,546 δραχμάς διά τον ναόν και εις 10,330 διά το κωδωνοστάσιον. Το σχέδιον τούτο ελιθογραφήθη εν τω βασιλικώ τυπογραφείω, καθάπερ και το νοσοκομείον, δι’ ό εδαπανήθησαν δραχμαί 372,44.       
Άμα δε το του Σχαουβέρτου σχέδιον απεστάλη, ήρξατο η οικοδομή κατ’ αυτό και μάλιστα από τη 3ης Ιουλίου προύβαινε δραστηρίως.
Τη δε α΄ Σεπτεμβρίου ητήσατο παρά του επάρχου την άδειαν του εκδούναι το σχέδιον του εγειρομένου ναού μετά προκηρύξεως προς τον λαόν υπέρ επί εισπράξει συνεισφορών. Μετά δε τούτο πανταχόθεν επεζήτει βοηθείας προς αποπεράτωσιν της οικοδομής∙ διό και τη 3η μεν Σεπτεμβρίου υπεχρέου τον ενωμοτάρχην ίνα λάβη δύο αμάξας προς μετακόμισιν λίθων∙ τη δε 21 εδημοσίευε την προς τους «αδελφούς ομογενείς και ομοθρήσκους» προκήρυξιν εν ή έλεγεν επί τέλει: «Διό, αδελφοί, ας φιλοτιμηθώμεν όλοι να συνδράμωμεν κατά δύναμιν το επιχειρισθέν έργον διά να έχωμεν χάριν προς τον θεόν»∙ τη αυτή δ’ επεκαλείτο την συνεισφοράν του πρέσβεως της Ρωσσίας Κατακάζη, όστις τη 12 Οκτωβρίου έπεμψε δραχμάς χιλίας: τη δε 23 εδημοσίευσε διά της εφημερίδος «Πρωϊνού Κήρυκος» το εκκλησιαστικόν συμβούλιον του ναού εξητείτο την των ευσεβών βοήθειαν∙ τη δε 25 Σεπτεμβρίου υπέβαλεν ο δήμαρχος τω δημοτικώ συμβουλίω ίνα αιτήσηται παρά της κυβερνήσεως να χορηγήση χάριν της εκκλησίας τον των οικοδομών φόρον μέχρι της 31 Δεκεμβρίου του αυτού έτους∙ τη δ’ 9η Οκτωβρίου διέταξε τον αστυνόμον, ίνα λαμβάνη ξύλα διά σκαλώματα, εξ ού δήλον ότι τότε εις ικανόν ύψος ην η οικοδομή. Αλλ’ ουδέν ήττον περί τον Νοέμβριον ιστάμενου τα χρήματα επέλιπον, ούτω δε η οικοδομή κατ’ ανάγκην διεκόπτετο, ητήσατο λοιπόν τη 17 Νοεμβρίου ο δήμαρχος παρά του δημοτικού συμβουλίου 9,000 έτι δραχμών προς αποπεράτωσιν του οικοδομήματος. 
Αλλ’ ένεκα

ΠΕΜΠΤΟ ΦΥΛΛΟ, ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΟΨΗ.

παροδικής τινός έριδος όσον απέβλεπεν εις τας γενομένας δαπάνας, το ποσόν δεν εχορηγήθη και αι εργασίαι της οικοδομής εχαλαρώθησαν και τη 28 Νοεμβρίου ο αρχικτίστης Παναγής Αγγελίνας ητείτο παρά του δημοτ. συμβουλίου ή την αποπληρωμήν των αυτώ οφειλομένων ή την καταμέτρησιν των κτισθέντων τοίχων και κατάπαυσιν της οικοδομής∙ τη αυτή ημέρα εξητείτο και ο ξυλέμπορος Π. Οικονομίδης την εξόφλησιν∙ διό και ο δήμαρχος ίνα μη αύται εντελώς διακοπώσι, τη μεν 15 Δεκεμβρίου εστράφη «προς άπαντας τους εν τη Ερμουπόλει, Τήνω και Μυκώνω παρεπιδημούντας ορθοδόξους χριστιανούς»  εξαιτούμενος χρηματικά βοηθήματα∙ τη δε 25 προς τον βαρώνον Μπέλιον του αυτού σκοπού ένεκα και βραδύτερον προς άλλους και προς τον Παναγιώτη Λεονταρίτην, προς ον έπεμψε και δύο σχέδια της εκκλησίας.
Τη δε 8 Ιανουαρίου 1837 εξητείτο ο δήμαρχος παρά του δημ. συμβουλίου, ίνα προς εκκαθάρισιν των δαπανών της εκκλησίας αντί των παραιτηθέντων εκ της επιτροπείας Ιωάννου Αντωνιάδου, Τζωρζή Κανελλά και Βασιλείου Αργαστηριάρη διορισθώσιν άλλοι.
Αλλ’ επειδή ένθεν μεν τα εκ συνεισφορών χρημάτων ήσαν ελάχιστα, το δε δημοτικόν συμβούλιον έδειξέ πως δυσπιστίαν ως προς την διαχείρησιν των χρημάτων, ου ένεκα και τα ειρημένα της επιτροπής μέλη παρητήθησαν, ένθεν δε δεκατρείς χιλιάδες δραχμών ωφείλοντο η οικοδομή διεκόπη. Τούτων ένεκα τη 30 Ιανουαρίου 1837 ο δήμαρχος ητήσατο παρά του δημοτικού συμβουλίου, ίνα ληφθώσιν ως δάνειον τα του μέλλοντος να κτισθή δημοτικού νοσοκομείου χρήματα, άτινα «αργά και ακίνητα», έκειντο. Εκείνο δε τη 2 Φεβρουαρίου 1837 ήγγειλε τω δημάρχω ότι ενέκρινε την πρότασίν του. Αλλ΄ουχί ήττον τα χρήματα ενεχειρίσθησαν τω δημοτικώ εισπράκτορι μόλις τη 12 Αυγούστου 1837.
Τη δε 17 Φεβρουαρίου έγραφε προς τον συντάκτην της «Ελπίδος» ο δήμαρχος περί «του ανεγερθέντος ήδη εν Πειραιεί και μη εισέτι προσφοροποιηθέντος (;) ναού του αγίου Σπυρίδωνος», πέμπων κατάλογον προς δημοσίευσιν συνεισφορών.

ΕΚΤΟ ΦΥΛΛΟ, ΕΜΠΡΟΣΘΙΑ ΟΨΗ. Κάτω δεξιά του είναι κολλημένο ένα πλάγιο φύλλο χαρτιού.

Αλλά ου μόνον η έλλειψις χρημάτων, αλλά και η διχογνωμία του δημοτικού συμβουλίου και μάλιστα του προέδρου αυτού προς τον δήμαρχον εγένετο αιτία της βραδύτητος της τελειοποιήσεως της εκκλησίας. Ένεκα δε τούτου και οι κέραμοι προς στέγασιν της εκκλησίας εκτεθειμένοι 25,102 απώλοντο 3,852 κατ’ έγγραφον του εισπράκτορος της 8 Αυγούστου 1837.
Τη 16 Σεπτεμβρίου 1837 μεμφόμενος το δημοτικόν συμβούλιον ότι καταγίνεται «εις χαμερπή και παιδαριώδη πράγματα» προσκαλεί αυτό να μεριμνήση περί της στέγης της εκκλησίας, ης την κατασκευήν ηρνείτο το δημοτικόν συμβούλιον, διότι, ως εφρόνει, οι τοίχοι ήσαν ουχί στερεοί, εφ’ ω και διώρισεν επιτροπήν, ην απετέλουν  Ιωάννης Ράλλης, Γεώργιος Παλαμάρης και Διονύσιος Στυλιανέσης Ζακύνθιος ως ειδήμονες τέκτονες προς επιθεώρησιν των τοίχων της νεοδμήτου εκκλησίας, οίτινες τη 16 Σεπτεμβρίου 1837 εξέδωσαν την έκθεσιν τήνδε: «Οι υποφαινόμενοι τέκτονες προσκληθέντες παρά της δημαρχίας αυτής διά της υπ’ αριθ. 335 προσκλήσεώς της δια να παρατηρήσωμεν πρώτον την νεόκτιστον εκκλησίαν αν υπόκειται εις φθοράν διά τα οποία έλαβε σκάσματα∙ β΄ αν αυτή είναι εις κατάστασιν να βαστάξη το προς τελειοποίησιν της στέγης (σκεπής) βάρος και γ΄ να δώσωμεν εγγράφως τας παρατηρήσεις μας σαφώς όσας νομίσωμεν δι’ ης γίνεται λόγος εκκλησίας. –
Ένεκα τούτων πάντων ελθόντες επιτοπίως δις και πολλάκις εκάμαμεν τας απαιτουμένας εντέχνως παρατηρήσεις μας σκεφθέντες ακριβώς την διαρραγήν έσωθεν και έξωθεν, αποκρινόμεθα ειλικρινώς και ευσυνειδότως ως ακολούθως: Α΄ ότι δεν δύναται να βαστήξη βάρος της στέγης, εις την οποίαν ευρίσκεται κατάστασιν. Β΄ το ιερόν είναι κινδυνώδες, δηλαδή υποκείμενον να πέση. Γ΄ αν ληφθούν μέτρα, δύναται να στερεωθή και μείνη χωρίς να υπόκειται εις φθοράν. Ταύτα ομολογούμεν οδηγούμενοι από την πρακτικήν τέχνην μας, έχοντες και τον ορθόν λόγον προς οδηγίαν σας». Την έκθεσιν ταύτην υποβάλλων αυθήμερον ο δήμαρχος τω συμβουλίω προύτεινε να διορισθή είς τέκτων παρά της διοικήσεως και είς παρά του δημοτικού συμβουλίου ή και τριμελής επιτροπή δημοτών, ίνα κρίνη απρολήπτως, άτε θεωρών τους ειρημένους τέκτονας «ως μη ομολογήσαντες κατά συνείδησιν αμερόληπτον την αλήθειαν». Το δε δημ. συμβούλιον τη 21 του αυτού εγκρίνον την πρότασιν διήγγειλε τω δημάρχω:.. να ζητήσητε από την κυβέρνησιν διά να σταλθούν δύο ή τρεις φωτισμένοι αρχιτέκτονες, οίτινες συνεννοούμενοι με τους ειρημένους γνωμοδοτήσαντας και με τον κτίσαντα τα τείχη ταύτα τέκτονα να παρατηρήσωσιν επιτοπίως την δε έγγραφον γνωμοδότησίν των να καθυποβάλητε εις το συμβούλιον διά να φωτισθή έτι περισσότερον, αν το όντι ο ναός υπόκειται εις φθοράν και κίνδυνον, αφού προστεθή το προς τελειοποίησιν και της στέγης βάρος».
Τη δε 22 του αυτού έγραψεν ο δήμαρχος προς την διοίκησιν «να εκλέξη δύο ή τρεις των εμπειροτέρων αρχιτεκτόνων και να τους αποστείλη διά να κάμουν τας παρατηρήσεις των, οι ίδιοι να δώσουν και το σχέδιον μιας απλής και όχι πολυδαπάνου σκέπης της εκκλησίας, άμα και ένα προϋπολογισμόν δι’ αυτήν..». Τη δε 22 Δεκεμβρίου 1837 επέστειλεν η διοίκησις τάδε: 1. Η αναφανείσα ρήξις του ανωτέρω ναού προήλθεν α΄) διότι τα πρώτα θεμέλια, τα οποία κατεσκεύασεν ο δήμος χωρίς της συνδρομής αρχιτέκτονος, δεν έλαβον πλάτος ανάλογον του ύψους∙ β΄) διότι η πέτρα είναι κακής ποιότητος και εκτός τούτου και το μέρος, όπου αύτη ετέθη, κατειργασμένη ανεσκάφη εις την βάσιν της και δεν στηρίζεται

ΕΒΔΟΜΟ ΦΥΛΛΟ. Κάτω συνεχίζεται με ένα κολλημένο κομμάτι χαρτιού στο οποίο πλάγια δεξιά του είναι επίσης κολλημένο ένα μικρότερο.

παρά εις τα άκρα της. Μόλον τούτο η οικοδομή εκάθησεν ήδη όσον έπρεπε και ακολούθως η ρηθείσα ρήξις δεν φαίνεται ως δυναμένη να επιφέρη ζημίαν τινά∙ αλλά διά κάθε ενδεχόμενον είναι καλόν να ενισχυθούν αι στήλαι, επί των οποίων στηρίζονται οι θόλοι διά τοίχου, ως δείκνυνται εις το εσώκλειστον σχέδιον διά κοκκίνου χρώματος. – 2. Η στήλη [στέγη;] του ναού δύναται να τεθή χωρίς κίνδυνον, διότι αύτη δύναται να υποστηριχθή εσωτερικώς διά ξυλίνων στηλών». Ταύτα επέστειλεν τω δημάρχω μετά του προϋπολογισμού της στέγης η διοίκησις κατά την γνώμην των αρχιτεκτόνων Χάνσεν και Κομνηνού.
1838
Τη δε 25 Φεβρουαρίου 1838 ο διοικητής της στρατιωτικής σχολής παρεκάλεσε τον φρούραρχον Πειραιώς, ίνα επισήμως μάθη παρά της δημαρχίας πότε μέλλει να επαναρχίση η οικοδομή «της μεγάλης δημοτικής εκκλησίας» και τελειώση. Τη δε 28 του αυτού επέστειλεν ο δήμαρχος τω φρουράρχω: «Δεν γνωρίζομεν πότε δύναται να ξαναρχίση και ούτε ν’αποπερατωθή το κτίσιμον του κτηρίου της ενταύθα οικοδομουμένης εκκλησίας, μόλον ότι έχομεν καταβεβλημένην όλην μας την δυνατήν προσπάθειαν. Φρονούμεν ίσως γείνη έναρξις μετά τον προσεγγίζοντα μήνα ή εντός. Την αποπεράτωσιν ο καιρός δύναται να την δείξη από τα χαρηγούμενα της ευκολίας μέσα, άτινα ελλείπουσιν επί του παρόντος». Τη δε 12 Μαρτίου ητείτο παρά της διοικήσεως να διορισθή επιτροπεία της υπό της διοικήσεως ίνα, οσάκις το δημοτικόν ταμείον ευπορεί, προσκαλή εργάτας, εγγίζοντας μάλιστα του έαρος και του θέρους «ότε είναι αρκετή ως προς την οικονομίαν ωφέλεια». Τη 12 Απριλίου κτίσται εζητούντο να λάβωσι τα ημερομίσθια, άτινα ώφειλεν αυτοίς ο εργολάβος της κτίσεως των τοίχων της εκκλησίας Παναγιώτης Ροκάνης.
Τη 4 Ιουλίου εξέλεξε το δημοτικόν συμβούλιον τον αρχιτέκτονα Λαυρέντιον, Γεώργιον Παλαμάρην και Νικόλαον Βάθων τέκτονας, ίνα συντάξωσι κατάλογον των ποσών των δαπανηθέντων εις την οικοδομήν των τοίχων της εκκλησίας, το υδραγωγείον, των τριάκοντα δημοτικών παραπηγμάτων και της κρήνης άπερ πάντα [;] εγένοντο το 1836.
Τη δε 10 Ιουλίου και 17 ετελειώθη η τη 21 Ιουνίου προκηρυχθείσα δημοπρασία της αποπερατώσεως της εκκλησίας, ην ανέλαβεν ο Κωνσταντίνος Μάρτος ή Μαρτάκης αντί 14,900. Τη 18 υπεβλήθη τη διοικήσει, ήτις τη 7 Αυγούστου επεκύρωσε την δημοπρασίαν. Τη δ’ 11 Ιουλίου προσεκάλεσεν ο δήμαρχος τον εργολάβον, ίν’ άρξηται τας εργασίας της εκκλησίας.
Τη 3 Σεπτεμβρίου παρεπονούντο οι εργολάβοι Κωνσταντίνος Μαρτάκης και Ζαννής Τηνιακός ότι ο αρχιτέκτων δεν έδιδεν αυτοίς την άδειαν να αρχήσωσι, εζημιούντο δε πληρώνοντες εργάτας. Διά τούτο τη 12 Σεπτεμ[βρίου] ήγγειλεν ο δήμαρχος τη διοικήσει ότι ο αρχιτέκτων Λαυρέντιος δεν ήθελε να επιστατή τη οικοδομή της εκκλησίας∙ δι’ ό παρεπονούντο οι εργολάβοι. Η δε διοίκησις τη 28 Σεπτεμβρίου επέστειλε να επιστατήση μέχρις ότου ενεργηθώσι τα δέοντα∙ ο αρχιτέκτων ηρνείτο∙ ο δε δήμαρχος ήγγειλε τούτο τη 5 Οκτωβρίου∙ η δε διοίκησις ήγγειλε τω δημάρχω, ότι «μολονότι θεωρεί [η γραμματεία των εσωτερικών] τους λόγους του αρχιτέκτονος, δι’ ους αποποιείται την επιστασίαν του εις την περί ης ο λόγος οικοδομήν αρκούντως δικαιολογημένην, επροσκάλεσε μόλα ταύτα αυτόν να επιθεωρή την οικοδομή ταύτην οσάκις του επιτρέπουν αι δημόσιαι εργασίαι του».       
Τη 12 Οκτωβρίου 1838 εξητήσαντο δύο τέκτονες Χαράλαμπος και Απόστολος ίνα κατασκευάσωσι την στέγην του ναού χωρίς να κρημνισθή το οικοδόμημα, ως προύτεινάν τινες, ή και μέρος αυτού, ως είπον άλλοι.
Τέλος η εργασία προέβη∙ αλλ’ επέλιπον τα χρήματα∙ διότι αντί των εν τω προϋπολογισμώ του δήμου εψηφισμένων 5,000 απητούντο 14,900, ων αι δύο πρώται δόσεις έπρεπε να συμπληρωθώσι τον Οκτώβριον∙ διό τη 10 Νοεμβρίου εζήτει  δήμαρχος παρά του δημοτικού συμβουλίου πίστωσιν, όπερ τη 15 του αυτού ενέκρινεν αυτήν. Την δε 17 εδήλωσεν ο δήμαρχος τη διοικήσει∙ τη δε 15 Δεκεμβρίου προύτεινεν ο δήμαρχος τω δημοτικώ συμβουλίω να δοθώσι τω εργολάβω Π. Αγγελίνη 6,000 όσον της εργασίας ην γεγονός.

[Πρόσθετο κομμάτι κολλημένου χαρτιού]

Τη επιτροπή ταύτη προς οδηγίας αυτής υπέβαλεν ο δήμαρχος τη 9 Δεκεμβρίου 1838 ότι πλην της συμφωνίας εδαπανήθησαν και τάδε: α΄ διά πυρίτιδα δραχμαί 600∙ β΄ εις επιστασίαν του τοίχου τω επιστάτη Δημητρίω Δαμιανώ 550∙ γ΄ δύο εργάταις επιχρέχουσι τον τοίχον 400∙ δ΄ διά μεγάλα αγκωνάρια των τοίχων 350∙ ε΄ διά πωρία των θυρών και ημερομίσθια 1550. Τη δε 28 Δεκεμβρίου ότι προς τούτοις και 8 χιλιάδες πωρία της Κιμώλου ετέθησαν εκτός [;] της συμφωνίας εν τη οικοδομή αξίας 1500 δραχμών.    

ΜΟΝΟΦΥΛΛΟ

[Τη 14 Μαΐου 1836 αγγέλλει ο δήμαρχος τω επάρχω ότι την θέσιν της εκκλησίας του αγίου Σπυρίδωνος προσδιώρισεν ο αρχιτέκτων Κλεάνθης]
[Τη 19 Μαΐου 1836 προεσεκλήθη ο Κωνσταντίνος Σκυλίτζης να πληρώση 50 δρ. τω Κωνσταντίνω Αδαμοπούλω διά τελευταίαν φοράν ως γραμματεά της εκκλησίας! (κατά την οικοδομήν;)]
[Τη 20 Ιουνίου 1836 συνέταξε τον προϋπολογισμόν ο αρχιτέκτων Schaubert μετριάσας τον προϋπολογισμόν του Κλεάνθη εις 23, 546 και του κωδωνοστασίου 10,330]
[Τη 8 Φεβρουαρίου 1836 εζήτησε παρά του δημάρχου ο έπαρχος κατάλογον των ιερών σκευών του αγίου Σπυρίδωνος]

ΜΟΝΟΦΥΛΛΟ αναφερόμενο κακώς με τίτλο «Αγία τριάς». Είναι βέβαιο όμως ότι πρόκειται για τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Τη δε 3 Δεκεμβρίου 1837 ητήσατο παρά της διοικήσεως ο εγγυητής του εργολάβου της στέγης του ναού ναπαλλαγή, διότι ο δήμαρχος παρά τα συμπεφωνημένα επέβαλε και άλλας εργασίας του ναού.

ΜΟΝΟΦΥΛΛΟ

Απολογισμός εσόδων και εξόδων
του ναού του αγίου Σπυρίδωνος.

1837 Ιουλίου 18 – 1838 Ιουλίου 3.

Έσοδα
Δραχμαί   λεπτά
2,020          15
 
Έξοδα
Δραχμαί   λεπτά
2, 198        62
 
ΜΟΝΟΦΥΛΛΟ

Εκκλησία αγίου Σπυρίδωνος
Ιερείς εφημέριοι.
1836
Χαρίσης ιερεύς – διωρίσθη τη 24 Απριλίου 1836.

ΜΟΝΟΦΥΛΛΟ

Επιτροπή του αγίου Σπυρίδωνος.

1837 – 1838 24 Αυγούστου – Παρητήθησαν τη 24 Αυγούστου.
Ιωάννης Αποστόλου
Ιωάννης Ράλλης
Π. Οικονομίδης

1838. 16 Σεπτεμβρίου προυτείνονται υπό του δημοτικού συμβουλίου.
30 Σεπτεμβρίου εκοινοποιήθη ο διορισμός αυτοίς.
Ιωάννης Αποστόλου
Ιωάννης Σιώτος
Ευστάθιος Σακελλαρίου.

ΣΧΟΛΙΑ
Με την κατάργηση της μονής πολλοί δανειστές της που είχαν στα χέρια τους χρεωστικές ομολογίες ζήτησαν τα χρήματά τους από το Εκκλησιαστικό Ταμείο. Χωράφι ενός περίπου στρέμματος κοντά στο χωριό Κουρσαλά (Κορωπί) «ανήκον εις το διαλυθέν εν Πειραιεί μονήδριον του Αγίου Σπυρίδωνος» εκτέθηκε σε δημοπρασία εκποίησης και ζητήθηκε από τον Σταμάτη Κακάτζη ή Κακάκη. Εκεί οι μοναχοί του Αγίου Σπυρίδωνα κατηγορούσαν τον Σταμάτη Θεοχάρη - του οποίου τα χωράφια συνόρευαν με εκείνα της μονής - ότι καταπατούσε τις καλλιέργειές τους.
Ο Συμεών Μαρμαροτούρης παρουσίασε έγγραφα και μάρτυρες ότι διέθετε δικά του κτήματα «επί του δεξιού μέρους του Πειραιώς» τα οποία θεωρήθηκαν δημόσια ιδιοκτησία «διά την αποικίαν των Χίων». Έγινε εκτίμηση της αξίας τους και στα 1837 βγήκε απόφαση να πληρώνει το Εκκλησιαστικό Ταμείο «εις τον Κύριον Μαρμαροτούρην επί ζωής του, τον κανονικόν τόκον προς οκτώ τοις εκατόν, αφ’ ης ημέρας τα κτήματα αυτά άρχησαν να δίδουν απολαβήν, χωρίς να ημπορεί πλέον ο ρηθείς να απαιτήση ποτέ άλλην αποζημίωσιν». 
Για το έτος 1838 το ποσόν ανερχόταν σε 3542,56 δραχμές που το έλαβε καθυστερημένα λίγους μήνες αργότερα, μέσα στα 1839. Ο αρχιμανδρίτης Συμεών Μαρμαροτούρης «ετελεύτησεν την 23 Μαρτίου 1847».             
Φωτογραφία του πρώτου ναού του αγίου Σπυρίδωνος δεν υπάρχει λόγω παλαιότητας.
Αντίθετα του επόμενου, σύγχρονου ναού έχουμε πολλές με την όψη που βλέπει προς τον Τινάνειο κήπο.
Χάνδλερος = Richard Chandler, 1738-1810. Στην Αθήνα ήλθε το 1765.
Δύο φελώνια σηρικά = δηλαδή δύο μεταξωτά φελώνια.  
Πρέσβης της Ρωσίας Κατακάζης = Γαβριήλ Κατακάζης, 1794 - 1867.  
Βαρώνος Μπέλιος = Κωνσταντίνος Δημητρίου Μπέλιος, μέγας Έλληνας ευεργέτης, 1772 - 1838. Από τις αρχές Δεκεμβρίου 1936 έως τον Μάρτιο 1837 βρισκόταν στην Αθήνα όπου έκανε πολλές δωρεές και μαζί με άλλους ίδρυσε την εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία.
Εφημερίδα Ελπίς. Του Κωνσταντίνου Λεβίδη.

Από την συλλογή μου: Ενοριακόν προσκυνηματικόν αφιέρωμα επί τη σεπτή μνήμη του Αγίου Σπυρίδωνος. Πολιούχου Πειραιώς. #  Έκδοσις Ι. Καθεδρικού Ναού Αγ. Σπυριδώνος Πειραιώς. 12 Δεκεμβρίου 1962. Έκδοσις Β΄, βελτιωμένη. – « Το εκ της πωλήσεως του παρόντος τεύχους προϊόν θα διατεθή προς ενίσχυσιν του Παιδικού Συσσιτίου..». Διαστάσεις 16,8Χ12 σ. 24. Εδώ βρίσκεται ολόκληρο το άρθρο του μακαριστού αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου στο οποίο συνοπτικά αναφέρεται ο Πόπης στο βιβλίο του (σελ. 55 - 56). Είχε δημοσιευθεί “εις μικρόν φυλλάδιον τη 12.12.37 υπό τον τίτλον «Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος  - Προς τους Πειραιείς και τους φίλους του Πειραιώς - (επί τη εορτή του Αγίου Σπυρίδωνος)» και διενεμήθη εις τους προσκυνητάς της πανηγύρεως του έτους εκείνου”. Στην εισαγωγή αναφέρεται «Προτιθέμενοι, από ετών, να καταρτίσωμεν ιστορίαν του εν Πειραιεί Ι. Ναού Αγίου Σπυρίδωνος, και μη δυνηθέντες μέχρι τούδε να συλλέξωμεν το απαραίτητον ιστορικόν υλικόν, διά λόγους ανεξαρτήτως της θελήσεώς μας, περιοριζόμεθα, επί του παρόντος, να προσφέρωμεν εις τους ευσεβείς προσκυνητάς του το παρόν τεύχος».   





  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου