Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Το υαλουργείο του Αργυρόπουλου στον Πειραιά:


 στιγμές της ιστορίας του.


                                                                                         Του Δημήτρη Κρασονικολάκη.


Το υαλουργείο του Δημητρίου Χ. Αργυροπούλου συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία μιας τυπικής ελληνικής βιομηχανίας των μέσων του 19ου - 20ού αιώνα που πρέπει να ερευνηθούν προσεκτικά ώστε να βγουν ωφέλιμα συμπεράσματα.
Θεωρείται ένα από τα παλαιότερα στο είδος του που συστάθηκε στην Ελλάδα, στην πρωτοπόρα Σύρο.
Μεταφέρθηκε αργότερα στον Πειραιά, στο χώρο ενός κλειστού από χρόνια καμένου υαλουργείου.
Οι ιδιοκτήτες του αποπειράθηκαν να συνεργαστούν με άλλους βιομήχανους χωρίς αποτέλεσμα ή τα κατάφεραν να στήσουν βραχύβιες εταιρείες.
Ο δημιουργός του - σύμφωνα με έγγραφα που διασώζονται - ήλθε σε αντιπαραθέσεις και σύρθηκε σε δικαστικές περιπέτειες που κατέληξαν σε συμβιβασμό με υποχώρηση ή οικονομική ικανοποίηση.
Σε προσωπικό - ιδιωτικό επίπεδο και για να συνεχιστεί η επιχείρηση ο γηραιός, άκληρος ιδρυτής υιοθέτησε συγγενή του, το γιο του αδελφού του και τον έκανε γενικό κληρονόμο του.
Ο Δημήτριος Χρήστου Αργυρόπουλος γεννήθηκε στο Άργος το 1834.
Στα 15 του βρέθηκε στη Σύρο όπου γρήγορα διακρίθηκε το εμπορικό του πνεύμα. Έργο του είναι η Ανώνυμος Υαλουργική Εταιρία ο Ερμής που εδραιώθηκε με το διάταγμα της 15/12/1873, Εφ. Κυβ. φ. 2, 14/1/1874. Με υπερηφάνεια τονίζει στα πειραιώτικα επιστολόχαρτά του: «Ελληνικόν Υαλουργείον ο Ερμής. Το πρώτον εν Ελλάδι - Ιδρυθέν εν Σύρω τω 1870» με λογότυπο «Κόπω κτώνται τ’ αγαθά».
«Aλλ’ ο αγών του δια την εξέλιξιν της κατασκευής υαλίνων ειδών υπήρξεν σκληρός λόγω της μη υπάρξεως ευχερώς πρώτων υλών και τεχνικώς μορφωμένων Ελλήνων τεχνιτών».
Στο κτήριο της Σύρου (που ενοικίαζε) είχε δύο φούρνους και έφτιαχνε επιτραπέζια είδη από λευκή και έγχρωμη ύαλο και φωτιστικά σε διάφορα χρώματα (πράσινο, κόκκινο, λευκό, οπάλ κλπ). Για την κατασκευή του κόκκινου χρώματος γινόταν τότε η χρήση χρυσού, μετά η πρόοδος έδωσε νέα ώθηση και μπήκαν φθηνότερες ουσίες. Οι καινούργιες μέθοδοι τήξης ελάττωσαν την αξία του γυαλιού κι έτσι έγινε πιο προσιτό στον κόσμο με πολλές εφαρμογές στην καθημερινή του ζωή.
Στα 1896 το μετέφερε στον Πειραιά και το εγκατέστησε σε ιδιόκτητο κτήριο. Ποιο ήταν αυτό;
Από σκόρπιες γραπτές πηγές αναγνωρίζουμε ότι το πρώτο υαλουργείο («υελοποιείον») στον Πειραιά, αυτό του Βάλβη του 1835 χρεοκόπησε σε σύντομο διάστημα.
Στα 1842 ιδρύθηκε με κεφάλαια από Μασσαλία  το υαλουργείο του Αrnold Tsoche που το μετέφερε από την Κάρυστο στο λιμάνι της Μουνιχίας (Πασαλιμάνι). Σημειώνεται και στο χάρτη της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων του 1850.
Του είχε παραχωρηθεί ατέλεια εισαγωγής εργαλείων και υλικών αλλά δεν επιβίωσε.
 Έμεινε για χρόνια κλειστό. Στα 1852 «δεν είνε ήδη εις ενέργειαν».
 Το 1872 ο Πέτρος Σκυλίτζης Ομηρίδης ήταν κιόλας 88 ετών. Είχε χρηματίσει δήμαρχος Πειραιά από το 1841 - 45 και 1848 - 54. O ανεψιός του του Αριστείδης Σκυλίτζης, μετέπειτα δήμαρχος στην ίδια πόλη, στα 1883 - 87, εξέδωσε τη «Βιογραφία Αυτοσχέδιο» του θείου του με ημερομηνία στη σελίδα τίτλου το 1871. Αν και ήταν γραμμένη από το 1870 κυκλοφόρησε επίσημα αμέσως μετά το θάνατό του: «επειδή όμως τα έγραψα δια τα τέκνα σου, αυτά μόνον να τ’ αναγινώσκωσι και ουχί άλλοι, τα εν οίκω μη εν δήμω» είχε γράψει στον ανεψιό του στις 15.9.1870.
Την περιουσία του, που υπολογίστηκε σε ένα εκατομμύριο δραχμές κληρονόμησε ο Αριστείδης Σκυλίτζης «του οποίου τον γιο [Δημοσθένη Σκυλίτζη - Ομηρίδη, δήμαρχος κι αυτός, 1907 - 1914] είχε υιοθετήσει ο άγαμος και άτεκνος γέροντας για να κληροδοτήσει μαζί με τις πολιτικές υποθήκες και τα υλικά υπάρχοντά του».
Μέρος αυτής θα διέθετε στην οργάνωση ενός υαλουργείου προς την οδό Κάστορος.
Στις 20/11/1872 ανακοινώνεται στην εφημερίδα Ειρηνική (φύλλο 119 της 2/12/1872):
«Η διεύθυνσις του εν Πειραιεί υελουργείου της Εταιρίας Αρ. Σκυλίτζη και Σα ειδοποιεί τους πάντας ότι καταρτισθέντος από σήμερον του καταστήματος τούτου καθ’ όλα, δέχεται διαφόρους παραγγελίας παντός είδους υελουργικών έργων, εκτός υέλων (τσαμίων) αίτινες και αύται εντός ολίγου θέλουσι κατασκευάζεσθαι».
Επίσης αναγγέλλει την παρουσία 32 Γάλλων τεχνιτών, 30 Ελλήνων εργατών και 20 εργατριών, έτοιμοι να κατασκευάζουν και να συσκευάζουν 6 - 8 χιλ. κομμάτια την ημέρα, ανάλογα το είδος και το μέγεθος των σκευών (εφημερίδα Ποσειδών, φ. 54, 16/12/1872). Υπάρχει μια αναφορά της 24 Δεκεμβρίου 1872 για τους Γάλλους εργάτες του υαλουργείου ότι ήταν «σχεδόν όλοι πρόσφυγες από την Αλσατία και τη Λωρραίνη». 
Ο Π. Σκυλίτζης Ομηρίδης πέθανε στις 23/11/1872. Στο Βιβλίο Αδειών Οικοδομής, το υαλουργείο έχει τον 
αρ. 277/18.6.1874. Στα 1875 οι άνδρες έπαιρναν 3 δραχμές την ημέρα, οι γυναίκες ή τα κορίτσια 2 δραχμές. Πολύ σύντομα ωστόσο, την ίδια χρονιά, ο Νικόλαος Μελετόπουλος (1814 - 1878), «βρίσκεται ιδιοκτήτης υαλουργείου του οφειλέτη προς την Τράπεζα Αρ. Σκυλίτση - Ομηρίδη, όμως ούτε αυτός ούτε οι γιοί του φαίνεται να αναμίχθηκαν ενεργά στην επιχείρηση». Μαθαίνουμε δηλαδή ότι το υαλουργείο κτίστηκε σε ένα από τα αμέτρητα οικόπεδα στις τεράστιες εκτάσεις γης που ανήκαν στην οικογένειά του στο βόρειο τμήμα της πόλης. Οι Μελετόπουλοι μέσω κτηματικών συναλλαγών χρηματοδοτούσαν έμμεσα βιομηχανικές μονάδες (παραχωρώντας το οικόπεδο του εργοστασίου με πίστωση). Από εκεί ορμώμενος ο Ιωάννης Μελετόπουλος καταγράφει στα Πειραϊκά του το 1945, σελ. 118, στις βιομηχανίες που είχαν ιδρυθεί και
«Το Υελουργείον Αδελφών Μελετοπούλου».    
Αναφέρεται πάντως στο χάρτη του Πειραιά του 1876 - 77 του G. v. Alten με την ένδειξη Glasfabrik
Στον Messager dAthènes του 1877 διαβάζουμε ότι «μεταξύ άλλων βιομηχανικών εγκαταστάσεων που έχουν μέλλον, πιστεύουμε πως πρέπει να αναφερθεί το υαλουργείο του κυρίου Μελετόπουλου». «Εκ των υελουργείων το εν Πειραιεί μετά αλληλοδιαδόχους μεταβολάς του ιδιοκτήτου, προ ενός περίπου έτους έπαυσε τας εργασίας του» γράφει ο Μανσόλας.
Για την υποστήριξη των υαλουργείων από την κρίση έγινε ο νόμος της 26 Αυγούστου 1873 όπου «απηλλάγησαν της πληρωμής εισαγωγικού τέλους επί πενταετίαν αι δια την ενέργειαν αυτών χρήσιμοι πρώται ύλαι». Καταστράφηκε λένε από πυρκαγιά.  
Το 1873 έχουμε ακόμα το υαλουργείο των Παύλου Τσίλερ - Πέτρου Οριγώνη στη Ζέα και το αγγειοπλαστείο των Βολωνάκη - Ζαρόκωστα στην οδό Ασκληπιού. Ένα απ’ αυτά ή κάποιο άλλο είχε την επωνυμία Ανώνυμος Υελουργική Εταιρία Ιωνία (φ. Εφ. Κυβ. 59 της 15/12/1873).
Στο «Διάγραμμα προεκτάσεως του Σχεδίου Πόλεως Πειραιώς κατά την θέσιν των εργοστασίων κλ. Κλίμαξ 1:1000», οικοδομικό τετράγωνο 118, μεταξύ της οδού Κάστορος και των ανωνύμων Δ (Δερβενακίων), 
Ο (Δραγατσανίου) και Ε (Αιγάλεω) σημειώνεται στα 1892 ως «Παλαιόν Υελουργείον».
«Το υελουργείον, όπερ είχεν ιδρύσει ο Αριστείδης Σκυλίτσης είναι αυτό εκείνο, όπερ ηγόρασεν πολύ βραδύτερον ο Δημήτριος Χ. Αργυροπούλος ελθών εκ Σύρου και ανεγείρας αυτό εκ νέου» (Σπηλιωτόπουλος, Οι δήμαρχοι της πρώτης εκατονταετηρίδος, 1939, παρ. 94).
Πράγματι, από το φάκελο 1206 του αρχείου Βοβολίνη (οικογένεια Πυρρή) διαβάζουμε ότι τον Αύγουστο του 1894, ο Άγγελος Σπυρίδωνος Πυρρής (1866 - 1916), ιδιοκτήτης του Αθηναϊκού υαλουργείου στους Αμπελόκηπους, αποφάσισε να ιδρύσει στον Πειραιά και σε συνεταιρισμό με τον βιομήχανο υαλουργίας στη Σύρο Δ. Αργυρόπουλο ένα άλλο υαλουργείο με τη συμφωνία να κλείσουν τα ήδη υπάρχοντα.
Η Νέα Εφημερίς δημοσιεύει στις 25/9/1895 ανοικτή επιστολή του Πυρρή προς τον Αργυρόπουλο:
«Έντιμε κύριε, επειδή αι πολλαί ασχολίαι σας, εκ του πολυπλόκου της   υαλουργικής εργασίας, σας εμποδίζουν να απαντάτε εις τας επιστολάς των συνεταίρων σας, αναγκάζομαι, επί το ασφαλέστερον, να σας απευθύνω την παρούσαν δημοσία. Επειδή η δυνάμει του υπ’αρίθμ. 1904 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών κ. Γ. Φουρτούνα ταχθείσα (μετά ολόκληρον εξαμηνιαίαν αναβολήν) προθεσμία προς έναρξιν των εργασιών του εν Πειραιεί εταιρικού υαλουργείου μας φθάνει μετά έξι ημέρας, ήτοι την 1/10/1895, σας προσκαλώ δια της παρούσης, όπως δυνάμει του 6 άρθρου του ρηθέντος συμβολαίου μοι παραδώσητε το ρηθέν εν Πειραιεί εργοστάσιον εν πλήρη λειτουργία την 1 Οκτωβρίου. Προς τούτοις σας προσκαλώ, όπως δυνάμει του 8 άρθρου του αυτού συμβολαίου, την 30 παρόντος μηνός Σεπτεμβρίου σβέσητε τας καμίνους του εν Σύρω υαλουργείου σας, όπως τας έσβησα και εγώ προ 6 ήδη μηνών, και παύσητε πάσαν εν τω εργοστασίω σας υαλουργικήν εργασίαν, όπως κι εγώ έπαυσα σύμφωνα με το ρηθέν συμβόλαιον, καθόσον και η επί μίαν και μόνην ημέραν εξακολούθησις των εργασιών του εν Σύρω εργοστασίου σας θα με αναγκάση να επικαλεσθώ την δύναμιν των νόμων εναντίον σας, σύμφωνα με τις διατάξεις του μεταξύ μας εταιρικού συμβολαίου και σας καθιστώ από τούδε υπεύθυνον.
Εν Αθήναις, 24 Σεπτεμβρίου 1895. Μεθ’ υπολήψεως, ο ομόρρυθμος κατά το ήμισυ της όλης εργασίας συνεταίρος σας Άγγελος Σ. Πυρρής».
Στις 15/6/1896 διαβάζουμε ότι το υαλουργείο «λειτουργεί ευδοκίμως και από κοινής συνδρομής αμφοτέρων εν Πειραιεί» και μετά τρεις ημέρες «οι υποφαινόμενοι γνωρίζομεν τοις φίλοις και πελάταις μας, ότι συνεστήσαμεν εταιρίαν ομόρρυθμον προς παραγωγήν υαλουργημάτων εν τω εν Πειραιεί υαλουργείω του 
Δ. Χ. Αργυροπούλου, πρώην Μελετοπούλου, και συμφώνως προς τους όρους της συνθήκης των υπ’ αριθμούς 1904 και 3327 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγ. Φουρτούνα. Την εταιρικήν υπογραφήν και την διεύθυνσιν του όλου έργου έχει ο Δ. Χ. Αργυρόπουλος. Οι πολυάριθμοι πελάται μας παρακαλούνται να εξακολουθήσωσι τιμώντες μας δια των εντολών των, βέβαιοι όντες ότι θέλουν εύρει πρόθυμον και τακτικήν εκτέλεσιν των παραγγελιών». Τελικώς, το υαλουργείο του Πειραιά απέμεινε στον Αργυρόπουλο αφού ο Πυρρής αποσύρθηκε από την επιχείρηση.
Η Λήδα Παπαστεφανάκη μας δίνει μια ακόμα πληροφορία για αγορά παραπλήσιου οικοπέδου από τον Αργυρόπουλο, παρμένη από το υποθηκοφυλακείο Πειραιά: το πρώην νηματουργείο 6620 τ. πήχεων του Δημητρίου Γ. Κουμάνταρου [ίδρυση 1880 - χρεοκοπία 1885 - 86] που είχαν αγοράσει οι Αδελφοί Ρετσίνα το 1891, στη θέση Μουσελή [τμήμα της βιομηχανικής ζώνης Πειραιά, αναφέρεται σε παλιά συμβόλαια] και που συνόρευε Ανατολικά με το πρώην εργοστάσιο Γαρουφαλή, μετέπειτα ατμόμυλος Αθ. Παπαγεωργακόπουλου, [στην Αιτωλικού - Δραγατσανίου - Αρτεμησίου] πουλήθηκε το 1896 στον Αργυρόπουλο χωρίς τα μηχανήματά του. Δηλαδή η μηχανή θα παρέμενε στο εργοστάσιο δίχως να μεταβιβαστεί.  
Στο χάρτη του εκδότη Γεωργίου Κασδόνη «Πειραιεύς 1896», που σχεδίασε ο Γ. Σκανδαλίδης και λιθογραφήθηκε στον Κ. Γρούνδμαν το υαλουργείο, μόνο αυτό υπάρχον στον Πειραιά, σημειώνεται στο τετράγωνο Δ2, Αιγάλεω - Κάστορος - Αιτωλικού πίσω από τις αποθήκες γαιανθράκων του Θ. Φραγγιά και Σία.

Επισκεπτήριο του Δημητρίου Αργυρόπουλου προς το δικηγόρο Κ. Έσσλιν. «Δόσατε παρακαλώ, εις τον υπάλληλόν μου κ. Ιω. Ιορδάνην το αντίγραφον του συνεταιριστικού συμβολαίου, καθόσον έχασα το ιδικόν μου, και σας το επιστρέφω, αφ’ ου το αντιγράψω. Μεθ’ υπολήψεως. Δ. Χ. Αργυρόπουλος. Πειραιεύς 20; Ιουλίου 1901». Τώρα όλα γίνονται κατόπιν τηλεφωνικής συννενοήσεως με τα fax και τα e-mail...    
Το 1901 ο εργοστασιάρχης Πειραιώς Δ. Αργυρόπουλος υπογράφει εταιρικό διάρκειας από 1/2/1901 έως 31/1/1909 με τους Άγγελο Καράκαλο, Ηλία Φουστάνο, Γεώργιο Παπανδρεόπουλο, εμπόρους, κατοίκους Σύρου για σύσταση ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία Ηλίας Φουστάνος και Σα «σκοπόν έχουσα την κατασκευήν υάλου προς πώλησην επί κερδοσκοπία». Ο καθ’ ένας έβαζε κεφάλαιο από 30.000 δραχμές ενώ ο Αργυρόπουλος αντί χρημάτων «το εν Σύρω υαλουργείον αυτού ως είναι και ευρίσκεται». Το ακίνητο ενοικίαζε ο Αργυρόπουλος «αντί δρχ.200 κατά μήνα», «ώσπερ μετά την διάλυσιν της εταιρίας πάλιν εις αυτόν επανέρχεται».
Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου υπάρχει ήδη ένταση στις σχέσεις τους.
Ο Αργυρόπουλος προβάλλει θέμα των εργαλείων που βρίσκονταν από πριν στο υαλουργείο με εκείνα που λογίζονται κατατεθειμένα ως εταιρική καταβολή.
Επίσης θεωρεί ότι σκοπός της εταιρίας ήταν η κατασκευή μελανής υάλου και η λευκή να φτιαχνόταν αποκλειστικά αν αποτύγχανε η μελανή. «Αρξάμενοι από της λευκής υάλου οι συνεταίροι βεβαίως παρεβίασαν τα συμπεφωνημένα». Έτσι έχει συμφέρον να ζητήσει τη διάλυση της εταιρίας αφού η ρήξη «καθιστά την σύμπραξιν αυτών αδύνατον».
Ο Φουστάνος ισχυρίστηκε πως αφού δεν υπάρχουν εργάτες ικανοί για την τήξη και επεξεργασία μελανών υαλουργημάτων νομίζεται αποτυχημένη η προσπάθεια και επομένως δικαιούται η εταιρία να προβεί απ’ ευθείας στην κατασκευή λευκής υάλου… Τον Αύγουστο «ανηγγέλθη ότι ο κ.Αργυρόπουλος συνεβιβάσθη μετά των συνεταίρων του λαβών πάλιν το υαλουργείον Σύρου».
Το φαινόμενο των υιοθεσιών στη βιομηχανία αλλά και σε άλλους επαγγελματικούς  χώρους στην αστική τάξη δεν έχει απασχολήσει τους ερευνητές που αναλύουν τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του 19ου και 20ού αιώνα. Οι πλούσιοι και ισχυροί φρόντιζαν να διατηρούν, να αυξάνουν με κάθε τρόπο και να εξασφαλίζουν το μέλλον της περιουσίας τους επενδύοντας σε εταιρείες, κτήματα, ακίνητα, μετρητά σε τράπεζες, ομολογίες και μετοχές. Οι χρεωμένοι βιομήχανοι πουλούσαν σε νεότερους επιχειρηματίες ή συνεταιρίζονταν με διάφορους που δεν ήταν απαραίτητο να ανήκουν στον κλάδο τους. Κληρονόμοι ήταν οι γιοι τους ενώ όσοι είχαν κόρες φρόντιζαν να τις παντρέψουν με άτομα του γνωστού επαγγελματικού περιβάλλοντος. Οι άγαμοι ή οι άτεκνοι συνήθιζαν, για να μην περιέλθει το βιός τους σε ξένα χέρια, να υιοθετούν ένα φτωχότερο συγγενή, τις πιο πολλές φορές έναν ανεψιό, γιο αδελφού ή αδελφής.
 Έτσι έδιναν την ευκαιρία, νιώθοντας οι ίδιοι ψυχολογικά ήρεμοι, να αναδειχτούν νέα πρόσωπα στον εμπορικό στίβο και να βοηθηθούν οικονομικά οι συγγενείς τους κερδίζοντας την παντοτινή ευγνωμοσύνη.

Εικονογραφημένο επιστολόχαρτο [φέρει το υδατόσημο ασφαλείας AMERICAN EXTRA STRONG PALLIS & COTZIAS] με το λογότυπο του υαλουργείου.                                          «Εν Πειραιεί την 8 Δ/βρίου 1908. Κύριε Κ. Έσλλιν. Αθήνας. Αφ’ ου σας ευχαριστήσω δια την κατά την υιοθεσίαν εν τω Πρωτοδικείω παράστασίν σας, σας παρακαλώ, όπως ευαρεστούμενος μοι δώσητε τας αναγκαίας συμβουλάς και οδηγίας δια την σύνταξιν της διαθήκης μου, μου γνωρίσητε δε, εάν ήναι ανάγκη να έλθω προς συνάντησίν σας καθ’ ας ώρας δέχεσθε. Διατελώ πρόθυμος φίλος σας Δ. Χ. Αργυρόπουλος».

Ο Αργυρόπουλος υιοθέτησε τον 23χρονο Χρήστο, γιο του αδελφού του Λεωνίδα στις 6/12/1908 (απόφ. Πρωτ. 9464). Περίληψή της δημοσιεύτηκε στο 6366 φύλλο της Ακρόπολης. Η διαδικασία ήταν απλή.
Με δύο μάρτυρες έπρεπε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο αποδεικνύοντας ότι έχει υπερβεί το 60ο έτος της ηλικίας, δεν έχει γνήσια τέκνα, δεν έχει υιοθετήσει άλλα, κάνει αυτή την πράξη από χρηστή διάθεση, έχει περιουσία ενώ ο υιοθετηθείς δεν είναι πλούσιος και τον ξεπερνά κατά τουλάχιστον 18 χρόνια. Ο Αργυρόπουλος βεβαιώνει το δικηγόρο του Κωνσταντίνο Έσσλιν [ο Konstantin Alexander Balthasar von Hoesslin, 1844 - 1920, βαυαρικής καταγωγής γνωστός νομικός και πολιτικός, γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα, είχε ασκήσει τη δικηγορία στη Σύρο απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του, από εκεί τον γνώριζε ο Αργυρόπουλος] ότι για «την ισχυροποίησιν της προκειμένης υιοθεσίας θ’ ακολουθήσω την συμβουλήν σας εγκαθιστών τούτον δια διαθήκης κληρονόμον μου», όπως και έκανε μέσα στο 1909.



                            Βραχεία επιστολή του Επαμεινώνδα Βυθινού της 15.3.1911.
«Αθήναι τη 15/3/911. Κύριε Δημήτριε Αργυρόπουλε. Πειραιά. Χθες σας έγραψα προχείρως εις το καφφενείον και σας έστειλα επιστολήν εις το σπήτι, δια να μην την θεωρήσουν οι υπάλληλοί σας της εργασίας και την αναγνώσουν. 
Επειδή επέστρεψα εις το καφφενείον ολίγον αργά, και αφ’ ετέρου, επειδή το παιδί όπου την έστειλα ήτο άγνωστον και εφοβήθην μη δεν την ελάβετε, ήλθον ο ίδιος εις το γραφείον σας, αλλά εξεπλάγην μαθών από τον θυρωρόν σας, ότι δεν δέχεσθε κανένα οπότε έχετε ξένους. Ενδεχόμενον να ήτο αληθές, και να μην εμάθατε καν ότι ήλθον, αλλά μη δυνάμενος πλέον να επανέλθω, σας ειδοποιώ ότι ηναγκάσθην να παραδώσω την υπόθεσιν εις τον δικηγόρον με πολλήν μου λύπην διότι αποστρέφομαι τα δικαστήρια και δεν επεθύμουν να φθάσω μαζή σας έως εκεί. Αλλά δεν πταίει άλλος κανείς, παρά σεις, διότι εφάνην πολύ ενδοτικός εις την πρότασίν σας περί συμβιβασμού, δεν ηδυνάμην όμως να κάμω μεγαλητέραν θυσίαν, ων βέβαιος ότι η ικανότης των δικαστών και των δικηγόρων μου θα αποκαλύψη την αλήθειαν και θα μου αποδωθή το δίκαιόν μου ακέραιον, τότε δε θα εννοήσητε τι θυσίαν έκαμνα δια να αποφύγω τα δικαστήρια και να σας ευχαριστήσω· υμέτερος Ε. Βυθινός. Εν βία».

Το 1911 έχουμε την αγωγή του Επαμεινώνδα Α. Βιθυνού, πρώην εφημεριδογράφου, μετά εμπόρου, παραγγελιοδόχου (γραφεία στην Αγίου Μάρκου 11) κατά του Αργυρόπουλου:
Περί τα τέλη του 1910 «ήτοι ότε εις τα πράγματα εκλήθη ο κ. Βενιζέλος» ο Βιθυνός, βλέποντας πως δεν υπήρχε στην Ελλάδα άλλο υαλουργείο ανταποκρινόμενο στις νέες προόδους της υαλουργικής τέχνης, σκέφτηκε να ιδρύσει ένα τέτοιο στο Φάληρο. Προχώρησε στα προκαταρκτικά αλλά επειδή δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια αποτάθηκε σε φίλους εντός και εκτός οι οποίοι και ήταν σύμφωνοι να ξεκινήσουν.
Τότε ο Αργυρόπουλος ανησυχώντας για την τύχη του εργοστασίου του, αφού και η κυβέρνηση επρόκειτο να ελαττώσει τους δασμούς των εισαγομένων από το εξωτερικό βαρέως φορολογημένων ειδών, ιδίως των υαλουργικών, πρότεινε στο Βιθυνό για να αποφύγει τα μεγάλα έξοδα να τους εκμισθώσει το δικό του με 45.000 δρχ. το χρόνο για μια πενταετία ή περισσότερες.
Την συμφωνία αποδέχτηκαν γραπτώς στις 23/11. Πριν όμως υπογράψουν τα οριστικά συμβόλαια ο Αργυρόπουλος την τροποποίησε (13/12) ώστε να συμμετέχει κατά το ήμισυ στη νέα εταιρία λόγω πείρας και με τον όρο να διατηρηθεί το προσωπικό στη θέση του.
Αλλάζοντας πάλι γνώμη (μαθαίνοντας πως τελικά δεν θα μειωθούν οι δασμοί) τον κάλεσε το απόγευμα της 6/12 «και με δόλιες ή απατηλές υποσχέσεις» είπε ότι αντί να συνεταιριστεί με τους φίλους του προτιμότερο ήταν να λύσει τη σύμβαση μαζί τους και να τον προσλάβει ετερορρύθμως λαμβάνοντας το 3% επί του ολικού ποσού επί των ετησίων πωλήσεων με δεκαετή σύμβαση. Προϋπόθεση, να μην αναμιχθεί κανένας πλέον σε υαλουργική επιχείρηση. Ο Βιθυνός έπεισε τους υπόλοιπους να αποσυρθούν με αποζημίωση 8.000 δρχ. και κατάφερε να γίνει επόπτης των εργασιών στο υαλουργείο χωρίς να χάσει το δικαίωμα να ασχολείται και με τις δικές του εμπορικές δραστηριότητες. Ύστερα ο Αργυρόπουλος τον απομάκρυνε κι ακολούθησε ένας αριθμός επιστολών του Βιθυνού, με χρηματικές απαιτήσεις, απειλές για δημοσίευση στον Τύπο και προσφυγή στα δικαστήρια. Στις 15/5/1911 γίνεται η αγωγή για αποζημίωση 140.000 δρχ. εντόκως που συζητήθηκε στις 21/9 στο εμπορικό τμήμα του Πρωτοδικείου, το οποίο δεν πήρε σαφή θέση ζητώντας διευκρινήσεις. Η διαμάχη «κατηργήθη δια συμβιβασμού την 11/2/1912, δυνάμει του υπ’ αριθ… συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Πολιτάκη».
Στο αμέσως επόμενο διάστημα ο Δ. Χ. Αργυρόπουλος πεθαίνει κι αναλαμβάνει νομότυπα ο γιος του Χρήστος. Στις 22/6/1912 ο Ταμίας του Α΄ Ταμείου Πειραιώς - Αιγίνης πιστοποιεί ότι «ο Χρήστος Δ. Αργυρόπουλος κατέβαλε εις το Δημόσιον δια φόρον κληρονομίας της υπ’ αυτού κληρονομηθείσης περιουσίας του αποβιώσαντος Δημητρίου Χ. Αργυροπούλου δραχμάς 23.559,60».

Διαφήμιση από το Φιλολογικόν Ημερολόγιον ΚΥΨΕΛΗ, έτος Δ΄, 1914, σελ. 201.

Στο σχέδιο με τίτλο «Διάταξις των Silos επί της Ακτής Αγίου Διονυσίου Λιμένος Αλών» στο βιβλίο του Γιώργου Ανωμερίτη «Η εξέλιξη του λιμένος Πειραιώς κατά τον 20ό αιώνα. Εκατό χρόνια ανάπτυξης (1911 - 2011). Έγγραφα, χάρτες και φωτογραφίες μιας εκατονταετίας (1911 - 2011). Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς»
σελ. 73 περιέχεται το οικοδομικό τετράγωνο 118 με τις γνωστές οδούς Κάστορος - Αιγάλεω - Δραγατσανίου και με την ένδειξη «παλαιόν υελουργείον».  
Το υαλουργείο αναφέρεται σαν το μοναδικό στον προπολεμικό Πειραιά στους εμπορικούς οδηγούς και στις διαφημίσεις. Φαίνεται πως και η νέα διεύθυνση προχώρησε σε συγκρότηση εταιρίας. Σύμφωνα με το Καθολικό των γενικών ισολογισμών των ετών 1922 - 23 η ετερόρρυθμος εταιρία του Χρήστου Αργυροπούλου και Σία διαλύθηκε το καλοκαίρι του 1923 οπότε έχουμε το «πραγματοποιηθέν καθαρόν κέρδος από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 10ης Ιουλίου 1923 διανεμηθέν μεταξύ των εταίρων ως έναντι: μέρισμα Χ. Δ. Αργυροπούλου 99.230,50 δρχ., Ανδρέα Σπυράκη 22.553,50 δρχ., Δημ. Χαρ. Βελή 38.338,50 δρχ. και Κων. Χαρ. Βελή 38.338,50 δρχ.».
Η εταιρεία συμμετείχε στη Διαρκή Έκθεση Ελληνικών Προϊόντων Αθήναι - Ζάππειον 1933 - 38. «Υπό το άπλετον ηλεκτρικόν φως, λαμποκοπούν ως υαλοδάμαντες τα περίφημα εκθέματα» από πυριτικό οξύ (άμμο) ασβέστιο (και τα δύο ελληνικά) ανθρακική σόδα και «ολίγα τινά χημικά προϊόντα εξευγενίζοντα την ποιότητα της υάλου». Το εργοστάσιο είχε τέσσερις κλιβάνους. Σύμφωνα με τη Βιομηχανική Επιθεώρηση των ετών 1935 - 36 ο Χρήστος Δ. Αργυρόπουλος ήταν μέλος του Δ. Σ. του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών.

Ο δωδεκασέλιδος τιμοκατάλογος του Ιανουαρίου 1941. Λίγο πριν την Κατοχή..

Στον τιμοκατάλογο του υαλουργείου με ημερομηνία 10/1/1941 που είχε τα γραφεία επί της οδού Αιτωλικού 3 και στο Μέγαρο Ζερβού (Τσαμαδού 28) καταγράφονται αναλυτικά οι κατηγορίες κάθε είδους με τις τιμές ανά δωδεκάδα ή ανά τεμάχιο: Ποτήρια (πρεσαριστά, φυσητά, τετορνευμένα) πιατέλες, δισκάκια, σαλατιέρες, κανάτια, κανδήλια, αλατοδοχεία, βάζα, δοχεία λαμπών, φιάλαι, φιαλίδια φαρμακείου, ανθοδοχεία, δαμιτζάναι, παγωνιέραι, κασπώ, αμπαζούρ, πλαφονιέρες, πώματα βάζων και άλλα που αν δε βρίσκονται σήμερα κάποια δείγματά τους σε παλιά σπίτια σε όλη την Ελλάδα σίγουρα στολίζουν ράφια παλαιοπωλείων.

24.12.1941. Σπάνιο επιστολόχαρτο της Μεταλλουργικής Βιομηχανίας του Ευάγγελου Μυτιληναίου (με την υπογραφή του ιδίου) που ιδρύθηκε στον Πειραιά το 1908, απευθυνόμενο προς το Χρήστο Αργυρόπουλο.
Η κάτω πλευρά του είναι καμένη από τους βομβαρδισμούς και τις συνθήκες του πολέμου..

Το 1942 το βρίσκουμε σε λειτουργία.

14.10.1942. Απόδειξη για τη λειτουργία της εταιρείας στα 1942, είναι η βεβαίωση της χρήσης της τηλεφωνικής σύνδεσής της με αριθμό 019 - 178 από τις Γερμανικές Στρατιωτικές Αρχές. Στα 1906 ο αριθμός του τηλεφώνου ήταν ο 63. 

Στον Οδηγό Ελληνικής Βιομηχανίας του 1949 δεν αναφέρεται. Στη θέση του άλλοτε μοναδικού ελληνικού υαλουργείου στον Πειραιά μνημονεύονται η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (το γυαλάδικο άνοιξε τον Απρίλη του 1914 με τον πρώτο κλίβανο τήξης ύαλου για δαμιτζάνες, φιάλες, γαλόνια κι εξοχικά χοντρά τζάμια και το 1915 με το δεύτερο κλίβανο για παραγωγή υαλοπινάκων),
η ΥΑΛΟΣ ΑΒΕ στην Ψαρών 51 και Αναπαύσεως, η Υαλουργική ΑΕ στο Κερατσίνι, Β. Γεωργίου 32, η εταιρία Γιατζόγλου και Τσολάκης στη Θερμοπύλων και Σαλαμίνος 21 και η Κρούστης Κ., Λιόντας Γ., Κρούστης Λ., Δαμίγος Γ. στη Δραπετσώνα, Νικ. Φωκά 19.

Βιβλιογραφία.
  • Απογραφικαί πληροφορίαι περί των εν Ελλάδι ατμοκινήτων βιομηχανικών καταστημάτων.           Υπό Αλεξάνδρου Μανσόλα. Τμηματάρχου της Δημοσίας Οικονομίας εν τω Υπουργείω των Εσωτερικών. Εν Αθήναις. Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου. 1876. Σελ. 30.
  • Αρχείο Βοβολίνη, οικογένεια Πυρρή, φάκελος 1206.
  • Διαρκής Έκθεσις Ελληνικών Προϊόντων, 1933-38, Αθήναι - Ζάππειον, 1938.
  • Χριστίνα Αγριαντώνη. Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα. 1986. 
  • Μαριάνθη Κοτέα, Η Βιομηχανική Ζώνη του Πειραιά (1860 - 1900), 1997.
  • Γιάννης Χατζημανωλάκης, Οι δήμαρχοι του νεότερου Πειραιά, 1999.
  • Γιάννης Κόκκωνας, Ο πολίτης Πέτρος Σκυλίτζης Ομηρίδης, Ε.Μ.Ν.Ε., 2003.
  • Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Η κοινωνική ιστορία του Πειραιά, 1860 - 1910, 2006.
  • Λήδα Παπαστεφανάκη: Εργασία, τεχνολογία και φύλο στην ελληνική βιομηχανία (Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά 1870 - 1940), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2009, σελ. 149 και 158.
  • Προσωπικό μου αρχείο,
φάκελος α΄ - Δημήτριος Αργυρόπουλος κατά εταιρίας «Η. Φουστάνος και Σα», 1901,
φάκελος β΄ - Υιοθεσία Χρήστου Λεων. Αργυροπούλου, 1908,
φάκελος γ΄ - Δημήτριος Αργυρόπουλος κατά Επαμ. Α. Βυθινού, 1911,
φάκελος δ΄ - Καθολικόν ετών 1922 -1923.


Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα ΠΕΙΡΑΙΟΡΑΜΑ, τεύχος 2, Δεκέμβριος 2013, σελ. 2 - 4.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου