Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Η εθνική εορτή της 25 Μαρτίου 1821 εν Πειραιεί εν έτει 1884.


                                                                               Ερευνά και γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

 
Της ελευθερίας τάνθη είνε δώρα του Θεού
Που αυξάνουν φυτευμένα εις τα σπλάχνα του λαού!

Γ. ΖΑΛΑΚΩΣΤΑΣ.

Ο εορτασμός της 25 Μαρτίου επισημοποιήθηκε στα 1838 με βασιλική διαταγή κατόπιν προτάσεως της επί των Εκκλησιαστικών κλπ Γραμματείας για ενιαίο καθορισμό της ημερομηνίας. Θεωρήθηκε ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου «λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είνε προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους».
Μέχρι τότε, αλλά και στα επόμενα χρόνια - ακόμα και σήμερα - κάθε περιοχή εκτός από την 25 Μαρτίου είχε και διατηρεί την δική της χρονική εορταστική ανάμνηση ανάλογα με τα πολεμικά γεγονότα, τις νίκες που είχε διεξάγει και την ημέρα καθιέρωσης της απελευθέρωσής της. 
Οι γιορτές συνδυάζονταν με κλείσιμο των καταστημάτων, με φωταγώγηση («λυχνοκαΐα» όπως την έλεγαν) δημοσίων και δημοτικών κτηρίων, τον στολισμό τους με φορτία «μυρσινών, ροδοδαφνών και κομάρων» φερμένα ειδικά για την περίσταση από τα γύρω βουνά, με κανονιοβολισμούς, με εκκλησιασμό, με ομιλίες επιφανών προσώπων.

Κατά περίεργο τρόπο είχαμε στον Πειραιά έναν διαφορετικό εορτασμό της επετείου στα 1884. Τα γεγονότα ενθουσίασαν τόσο πολύ την κοινωνία της πόλης ώστε οι διαδικασίες πραγματοποίησης μαζί με τις κύριες ομιλίες δημοσιεύθηκαν στον τοπικό τύπο και η εφημερίδα ΠΡΟΝΟΙΑ έκδωσε ένα βιβλίο με τίτλο και στοιχεία: Η Εθνική εορτή της 25 Μαρτίου 1821 εν Πειραιεί εν έτει 1884. Εκδίδεται δαπάνη της Συντάξεως της εφημ. «ΠΡΟΝΟΙΑΣ» # Εν Πειραιεί. Τύποις Προνοίας. 1884. Διαστάσεις 20Χ15, σ. 82. Βρίσκεται στην συλλογή μου.




Μετ’ εκτάκτου λαμπρότητος, και πρωτοφανούς ενθουσιασμού εωρτάσθη προχθές η εθνική ημών εορτή της 25ης Μαρτίου εν τη πόλει μας.
Όλα τα δημόσια, δημοτικά και ιδιωτικά καταστήματα, και όλαι αι οικίαι ήσαν λαμπρώς κεκοσμημέναι διά μύρτων, εικόνων και σημαιών.
Και το μέγαρον του πλουσίου και η πενεστάτη καλύβη του εργάτου ήσαν αναλόγως των μέσων, α διαθέτει έκαστος, ανταξίως κεκοσμημέναι. Λαμπρώς σημαιοστολισμένα ήσαν και όλα τα εν τω λιμένι μας ναυλοχούντα σκάφη, πολεμικά και ιδιωτικά, ξένα και ημέτερα, μεγάλα και μικρά, ουδ’ αυτών των λέμβων εξαιρουμένων. Ήτο αληθώς πρωτοφανές και γραφικώτατον θέαμα διά τον Πειραιά. Όθεν και αν έστρεφέ τις δεν συνήντα ο οφθαλμός ή σημαίας, σήματα, εικόνας ενδόξων ανδρών ή ενδόξων πράξεων, και μύρτα. Και αυταί αι άμαξαι διέτρεχον όλας τας αποστάσεις της πόλεως σημαιοστόλιστοι. Και η δημοτική αρχή δραστηρίως και αξιεπαίνως εργασθείσα πολύ συνετέλεσεν εις την λαμπρότητα της πανηγύρεως. Αλλά και η Υδραϊκή συνοικία δεν υπελείφθη εις τούτο. Οικίαι τινες και το Ιταλικόν πρακτορείον ήσαν μετ’ εκτάκτου λαμπρότητος, πολυτελείας, και φιλοκαλίας, κεκοσμημέναι.

Στην πλατεία Θεμιστοκλέους είχε στηθεί από τον δήμο εξέδρα για τους ομιλητές και γύρω από αυτήν «μέγα τετράγωνον» με επιγραφή στις τέσσερεις προσόψεις της «Τοις ναυμάχοις και πεζομάχοις ήρωσι της Ελληνικής ελευθερίας ιερόν ο Δήμος Πειραιώς». Πάνω σε μυρτοστόλιστους ιστούς υψώθηκαν μεγάλες ελληνικές σημαίες ενώ στην προτομή του Θεμιστοκλή το δάφνινο στεφάνι του δήμου με κυανόλευκη ταινία έγραφε «Θεμιστοκλή ήρω Σαλαμίνος τω οικιστή Πειραιώς, η πόλις».      
Στην πλατεία του Τελωνείου ή αλλιώς του Αγίου Νικολάου, με πρωτοβουλία της εκεί επιτροπής είχαμε διαφορετική διακόσμηση. «Επί του υψηλού εδάφους της εκκλησίας κατεσκευάσθη ωραία καλλιτεχνική αψίς». Πάνω της στήθηκε σημαία του Κρητικού αγώνα, επιγραφές 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821, ΣΠΕΤΣΑΙ ΥΔΡΑ ΨΑΡΑ, στα κενά δύο δάφνινα στεφάνια με τις ενδείξεις ΥΔΡΑΪΚΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ, ΚΡΗΤΗ ΗΠΕΙΡΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Στις πλευρές της αψίδας υπήρχαν δύο στήλες στις οποίες αναγράφονταν τόποι που έγιναν μάχες και ναυμαχίες.
Επίσης στο μεσαίο τόξο αναρτήθηκε μεγάλη εικόνα «παριστώσα την ελευθερίαν της Ελλάδος» και στους μεσαίους στύλους παλαιές εικόνες, η μια έδειχνε «τρικυμιώδη θάλασσαν καθ’ ης επάλαιον το δίκροτον Ελλάς του Μιαούλη, το βρίκιον του αυτού, και η γολέττα Τερψιχόρη του Τομπάζη», στην άλλη φαίνονταν «η εικών του πάρωνος Άρεως παλαιάς εποχής». Στο προαύλιο της εκκλησίας, μπροστά στην θύρα, κατασκευάστηκε ωραία εξέδρα για τις ομιλίες και τους επισήμους με πολλές εικόνες αγωνιστών, των ιερέων που ήταν τότε φυλακισμένοι από τους Οθωμανούς στο Μποσταντζίμπασι και διάφορες άλλες.
Για την ιστορία, αναφέρω τα πρόσωπα της επιτροπής της Υδραϊκής Συνοικίας στην οποία ανατέθηκε  «η διεύθυνσις της πανηγύρεως»:
Γκίκας Δοκός, επίτιμος καθηγητής του πανεπιστημίου, πρόεδρος. 
Θεόδωρος Βούλγαρης, απόστρατος πλοίαρχος, Γεώργιος Ι. Βούλγαρης, Ιωάννης Σέρρος, Νικόλαος Πάτρας, αρχιφροντιστής, Εμμανουήλ Π. Ελευθερίου, ταγματάρχης της φάλαγγος.  
Την επιτροπή που παρασκεύασε τις διακοσμήσεις στην πλατεία αποτελούσαν οι :
Φρ. Εμ. Σέρρος, Εμ. Ξανθός, Σ. Κουρής, Ι. Μάνος, Θ. Γ. Λυμπεράκης.
Επίσης για την επιτυχία της διακόσμησης της πλατείας συντέλεσαν οι Κ. Χρυσαφίτης και Σ. Γκιωνάκης (επίτροποι του ναού του Αγίου Νικολάου) «και οι καλοί νέοι» Κ. Εργαστηριάρης, Π. Αγριανίτης, Ν. Τσιτσεκλής, οι αδελφοί Κυριαζόπουλοι, οι «ακούραστοι και αγαπητοί υιοί» του Εμμανουήλ Ξανθού.       
Σύμφωνα με το πρόγραμμα της δημοτικής αρχής στις 10 το πρωί τελέστηκε δοξολογία στην Αγία Τριάδα από τον αρχιεπίσκοπο Αντώνιο, «ες ην παρέστησαν όλαι αι πολιτικαί και στρατιωτικαί αρχαί της πόλεως, το προξενικόν σώμα, ολίγιστοι αξιωματικοί των ενταύθα ναυλοχούντων ημετέρων πλοίων, διότι κάκιστα πράττον το υπουργείον καλεί αυτούς εις Αθήνας, και αξιωματικοί τινες Ρώσσοι».
Με το τέλος της ο «ευπαίδευτος» αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Βλαχάκης είπε «ολίγα
κατάλληλα τη ημέρα
». «Ο κόσμος ήταν άπειρος αμφοτέρων των φύλων».
Έπειτα το πλήθος βγήκε στην πλατεία Θεμιστοκλέους όπου ο Θεόδωρος Αφεντούλης «εξεφώνησεν από της εξέδρας ενθουσιαστικώτατον πανηγυρικόν».
«Άνδρες Πειραιείς! Φως και ζωή των εθνών είνε η ελευθερία, και ασάλευτον κρηπίδωμα η πατρίς…».
Αμίμητη έγινε η προτροπή στον λόγο του με την λέξη «Βαρείτε».
«Κι όταν εβρόντησεν ο κώδων της Αγίας Λαύρας, ελελείχθησαν αι δειράδες των Αρκαδικών ορέων.
«Βαρείτε» εφώναξεν ο Ζαήμης και Χαραλάμπης από τα Καλάβρυτα, ο Λόντος από τας  Πάτρας»...
Βαρείτε, επρόστασσον οι Κουντουριώται, και εξετέλουν οι Μιαούλαι, και οι Κριεζείς, και οι Τσαμαδοί, και οι Σαχτούραι.
Βαρείτε, αντελάλησεν ο Αποστόλης, ο Κανάρης, από τα Ψαρά, ο Μπότσαρης, Λεμπέσης και Κολανδρούτσος από την Πέτσαν…
Βαρείτε, όλοι από παντού, όπου υπάρχει καρδία αισθανομένη, νους βουλευόμενος και αποφασίζων, βραχίων κραδαίνων το ξίφος και εκτελών….

Μετά τα χειροκροτήματα και τις επευφημίες προπορευόμενης της μουσικής ο κόσμος κατευθύνθηκε στην Βασιλική Αποβάθρα όπου ο γυμνασιάρχης Γεώργιος Κρέμος προσφώνησε την επιτροπή του δήμου, που έφερνε το στεφάνι στον πάρωνα Άρη.
 


Ο πάρων ή το βρίκιον Άρης. Φωτογραφία του πλοίου από το βιβλίο «Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. 1884 - 1931. 1931» που βρίσκεται στην συλλογή μου. 


Η επιτροπή μαζί με τον Αντώνιο επιβιβάστηκε σε βασιλικές λέμβους, πλησίασαν τον αγκυροβολημένο Άρη και ανάρτησαν στην πρύμνη του το δάφνινο στεφάνι που έγραφε: «Άρει τω θουρίω εις μνήμην του Σφακτηρία κλέους ΚΣΤ Δ 1825».
Την επιτροπή υποδέχτηκαν στεκούμενοι στην πρύμνη ασκεπείς οι αξιωματικοί. Ναύτες ένοπλοι σε γραμμή, άλλοι ασκεπείς ζητωκραύγαζαν ανεβασμένοι στις κεραίες. «Εγερθείς επί της λέμβου» μόλις αναρτήθηκε το στεφάνι μίλησε ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Γεώργιος Θ. Λυμπεράκης. Άρχισε με τα παρακάτω λόγια: «Πάρων Άρη, Ιερόν λείψανον ενδόξου στόλου ευκλεών αγώνων, χαίρε! Ο Δήμος Πειραιώς συμμεριζόμενος το γενικόν αίσθημα σύμπαντος του Ελλην. Γένους, Σε προσαγορεύει δι’ ημών, και μετά συγκινήσεως και ευλαβείας σοι προσφέρει τον στέφανον τούτον εκ δάφνης, ως το σύμβολον της νίκης, εις αιώνιον μνήμην αϊδίου ευγνωμοσύνης της πατρίδος, προς τους αοιδίμους ναυμάχους των νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών και των άλλων, εις ους κατά μέγα μέρος οφείλεται η Εθνική ημών Παλιγγενεσία…»
Ο αναπληρωτής του κυβερνήτη του πλοίου (που ασθενούσε) υποπλοίαρχος Κωνσταντίνος Χατζηκυριάκος έδωσε την απάντηση. Παράλληλα στην προκυμαία χορωδία παιδιών καλά γυμνασμένων από τον πρωτοψάλτη Ιωάννη Κορωναίο έψαλλε διάφορα εθνικά άσματα.
«Είτα ο κόσμος διελύθη περί την μεσημβρίαν, εν ενθουσιασμώ μεγάλω και άκρα συγκινήσει».

Ας πάμε τώρα και στην Υδραϊκή συνοικία, στις 2 το απόγευμα να δούμε πως εορτάστηκε το γεγονός. Σύμφωνα με τις τότε πληροφορίες, πρώτη φορά εόρταζε η περιοχή τέτοια εθνική επέτειο. Έτσι πριν ακόμα ξεκινήσει πλήθος κόσμου συνέρρεε να καταλάβει θέση. Είχαν φτιαχτεί τρία στεφάνια για να κατατεθούν, τα δύο στους τάφους του ναυάρχου Μιαούλη και του πυρπολητή Ρομπότση, το τρίτο να αναρτηθεί στον πάρωνα Άρη. Η επίτιμη επιτροπή κάθισε ήδη και η κύρια επιτροπή στάθηκε στα σκαλιά της αυλαίας θύρας για να υποδεχτεί τους καλεσμένους.
Έπειτα προσήλθε ο υπασπιστής του βασιλιά Μ. Κουτσούκος που εξέφρασε και την λύπη του αυλάρχη Σαχίνη ο οποίος δεν μπόρεσε να παρευρεθεί λόγω των υψηλών καθηκόντων του την ημέρα εκείνη. Επίσης ήλθαν πολλοί Υδραίοι που κατοικούσαν στην Αθήνα. Προσήλθαν ο γηραιός βουλευτής Δημήτριος Καλλιφρονάς, ο βουλευτής Δημήτριος Μουτσόπουλος, ο στρατηγός Δημήτριος Βότσαρης με την γυναίκα και τον ανιψιό του καθώς και άλλοι ανώτεροι υπάλληλοι. Στην ομήγυρη προστέθηκε ομάδα Κρητών όπως και αντιπροσωπεία από παλαιούς αγωνιστές...
Τον πανηγυρικό άρχισε να εκφωνεί ο δικηγόρος και δημοτικός σύμβουλος Πειραιώς Νικόλαος Β. Παγκώστας.
Τον διαδέχτηκε ο Γεώργιος Ανδρικόπουλος, πρώτος ελεγκτής του τελωνείου Πειραιώς.
Συνέχισε ο Διονύσιος Ταβουλάρης, διευθυντής του ενταύθα δραματικού θιάσου «Μένανδρος». Απήγγειλε την ΛΥΡΑ ή ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ, ένα μακροσκελές επικό ποίημα γραμμένο από τον ίδιο. Άρχιζε ως εξής:
Τη λύρα σου ήθελα ’δω για να ενθουσιάσω!
πού είνέ τη, Ορφέα μου, το κόσμο να χαλάσω;
Σαν τη βαρούσες τα χαρτιά μάς γράφουν πως θηρία,
σκυφτά τα πόδια σώγλειφαν∙ βράχια λιθάρια κρύα
Άναβαν και λαχταριστά στης λύρας σου τον τόνο,
’ξηγούσαν με παλμούς συχνούς, τον εδικό τους πόνο!....
Και προς το τέλος:
Πρέπει να ήνε Τσαμαδός ένας να φτιάση «Άρη»
μ’ άλλα σαράντα να πιαστή και νάβγη παληκάρι.
Οι ιστορίαις εύκολα δε γράφουν Σφαχτηρία
θέλει Μαυροκορδάτου νου και του Σαχτούρη αντρεία!...

Μετά την λήξη οι επίσημοι επέβησαν σε βασιλικές λέμβους που έσυρε ατμάκατος η οποία μετέφερε την μουσική του δήμου παιανίζουσα όλο το διάστημα και τους έφερε έξω από το λιμάνι, στο μνημείο του ναυάρχου Μιαούλη.
Ο αρχιεπίσκοπος ανέγνωσε ευχές και προσφώνησε τον νεκρό ο Γκίκας Δοκός, επίτιμο μέλος της επιτροπής της Υδραϊκής συνοικίας. Τον λόγο έλαβε και ο Παγκώστας.
Με τις ίδιες λέμβους «μετέβησαν επί του απέναντι μέρους» του λιμανιού όπου η επιτροπή κατέθεσε στεφάνι στον τάφο του πυρπολητή Αναστασίου Ρομπότση. Προσφώνησε ο Ι. Μάνος.



Η έξοδος του Άρεως. Λάδι σε καμβά. 110Χ191 εκατοστά. Έργο του Κωνσταντίνου Βολανάκη, 1894. Συλλογή του εφοπλιστή Ευαγγέλου Αγγελάκου, πρώην δημάρχου Οινουσσών Χίου (1998 - 2014). Από την έκθεση για τον Βολανάκη στο ίδρυμα Β. κ' Μ. Θεοχαράκη.

 
Κατόπιν με τις λέμβους πήγαν κι εκείνοι στον ιστορικό πάρωνα «Άρη» όπου κατέθεσαν με την σειρά τους στεφάνι της Υδραϊκής συνοικίας, ανέβηκαν στο πλοίο και ακολούθησε προσφώνηση του Γκίκα Δοκού. Αντιφώνησε πάλι ο Κωνσταντίνος Χατζηκυριάκος.
Έτσι περατώθηκε η πανηγυρική τελετή της Υδραϊκής συνοικίας.
«Περί την εσπέραν γενική φωταγώγησις της πόλεως παρίστα θέαμα λαμπρόν τω όντι.
Δημόσια και ιδιωτικά καταστήματα, οδοί τα πάντα είχον φωταγωγηθή καταλλήλως. Την γενικήν ταύτην φωτοχυσίαν επέτεινον άφθονα βεγγαλικά φώτα, πύραυλοι δε διασχίζοντες την ατμόσφαιραν, απέδιδον εις την πόλιν πανηγυρικήν όψιν αξιοθέατον
».

Γύρω στις 8 το βράδυ οι Πειραιώτες άρχισαν να συγκεντρώνονται στην προκυμαία και στην πλατεία Θεμιστοκλέους όπου επρόκειτο να επισφραγιστεί η εορτή με λόγους και ποιήματα.
Πρώτος ανέβηκε στο βήμα ο Ιάκωβος Δραγάτσης που στο τέλος ευχήθηκε να εορταστεί η επέτειος ακόμα λαμπρότερη τα επόμενα χρόνια.
Τον ρήτορα διαδέχτηκε ο Πέτρος Κ. Αποστολίδης που απήγγειλε «ποίημα εις δημώδες ιδίωμα». Το ποίημα αρχίζει και τελειώνει όπως το αντιγράφω:
Γιατί, γιατί σα σήμερα, οπού σκορπάει ο Μάρτης
Ολόγυρα της χάραις του κι’ όλη τη γη στολίζει,
Που κάθε δένδρο και κλαδί μοσχοβολά κι’ ανθίζει,
Που χελιδόνια ολόμαυρα τριγύρω φτερουγίζουν
Κι’ η θάλασσα καμαρωτή το περιγιάλι γλύφει,
Γιατί, γιατί αθέλητα ο νους μου ξεπετάει
Σε περασμέναις ομορφιαίς, σε περασμένα χρόνια;
Γιατί αξάφνου ϛ’ όνειρο ο νους μου σαν να τρέχη,
Θαρρώ πως ακουρμαίνομαι της Λαύρας την καμπάνα
Και πώς ξανοίγω άξαφνα ϛ’ του Γερμανού τα χέρια,
Τη γαλανή της Λευθεριάς και του Χριστού σημαία;…
…………………………………………………………….

Κι’ αν εις τη γη, που ελεύθερη μας δώσατε με αίμα,
Διαβαίνομε τα χρόνια μας, χωρίς σπαθί στο χέρι,
Μη βαργωμήσετε, γιατί θαρθή καιρός και πάλι,
Που σαν προβάλ’ η άνοιξι τη γη μας να στολίση,
Θαρθή εις το μνημούρι σας το μαύρο χελιδόνι,
Να σας ειπή χαρούμενο και πάλι, ϛ’ το σκοπό του,
Πως τα παιδιά του Μπότσαρη και του Καραϊσκάκη
Για πάντα δεν εξέχασαν τον πόλεμο να κάνουν!
 

Ύστερα μίλησε σύντομα ο Ιερώνυμος Βλαχάκης.

«Παρετηρήσαμεν εν τούτοις ότι η πλατεία Θεμιστοκλέους ήτο ήκιστα κατάλληλος δια τους ρήτορας ένεκα της κακής φωνητικής αυτής, εις ην συνέτεινεν του ανυπομονούντος πλήθους ο θόρυβος, και ο κρότος των εγγύς καιομένων πυροτεχνημάτων».
  
«Ηλεκτρικόν φως καθ’ όλην την διάρκειαν των αγορεύσεων έριπτον τα Ψαρά και η Σβετλάνα, ανακριβώς δ’ ανέφερον τινες των συναδέλφων ότι εφωταγωγήθη και η Καστέλλα υπό ηλεκτρικού φωτός».

ΣΧΟΛΙΑ
*Αυτή η περιγραφή του τυπικού του εορτασμού της 25 Μαρτίου τυπώθηκε στο φύλλο 435 της 28.3.1884 και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο που εξέδωσε η εφημερίδα ΠΡΟΝΟΙΑ.

*Επί δεκαετίες παρατηρείται ο χωρισμός της πόλης σε δύο τμήματα, της Χιακής - κεντρικής πόλης και του Υδραϊκού συνοικισμού αν και επίσημα ο δήμος ήταν πλέον ενιαίος. Αυτό εξαλείφτηκε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

*Ο πάρων ΑΡΗΣ του Αναστασίου Τσαμαδού, μετά τον θάνατό του, με καπετάνιους τους Νικόλαο Βότσο και Δημήτριο Σαχτούρη γνώρισε την δόξα όταν στις 26.4.1825 επιχείρησε επιτυχή έξοδο από τον αποκλεισμό των οθωμανικών πολεμικών πλοίων στην Σφακτηρία. Μετά την απελευθέρωση αγοράστηκε από το κράτος, ονομάστηκε ΑΘΗΝΑ και με έδρα τον Πειραιά εκτελούσε χρέη ακταιωρού. Λειτούργησε σαν Ναυτική Σχολή στα 1863 «επί πλοίου το οποίον δεν εκινείτο». Μετά (1865) η Σχολή μεταφέρθηκε  στον δρόμωνα ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΝ. Στα 1879 ξαναπήρε το πρώτο όνομά του, χρησίμευσε ως εκπαιδευτικό από την Σχολή Παίδων (Ναυτοπαίδων) και από τον Μάιο του 1882 με υπουργική διαταγή φιλοξένησε την προσωρινή Ναυτική Σχολή, των δοκίμων β΄ τάξεως αποφοίτων της Σχολής Ευελπίδων. Καθηγητής των Ελληνικών και της Ιστορίας ήταν ο Γεώργιος Κρέμος (1839 - 1926). Η Σχολή των Ναυτικών Δοκίμων (ιδρύθηκε στα 1884) πάνω στον ΑΡΗ διαλύθηκε στις 8.1.1885 επειδή ήδη λειτουργούσε στον ατμοδρόμωνα ΕΛΛΑΣ (πρώην ΑΜΑΛΙΑ, εγκαίνια 8.8.1884). Βυθίστηκε τιμητικά στις 25.3.1921.

*Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος, πρώην Κερκύρας. Ο Αντώνιος Χαριάτης (Ζάκυνθος 1825), εξελέγη μητροπολίτης Κερκύρας στα 1870. Πριν ήταν προϊστάμενος της Αγίας Τριάδος στην Βιέννη. Στα 1873 απέσυρε την υποψηφιότητά του ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Παραιτήθηκε από την θέση του στην Κέρκυρα στα 1881 για κατηγορίες περί των οικονομικών. Ταξίδεψε σε διάφορες εκκλησίες (στις 5.2.1882 τέλεσε τα εγκαίνια της Αγίας Σοφίας στο Λονδίνο), ανακηρύχτηκε και διδάκτορας στην Οξφόρδη. Στις 15.1.1889 βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια όπου μαζί με τον Πάπα και Πατριάρχη Σωφρόνιο Δ΄ (κατά κόσμο Σταύρος Μεϊνταντζόγλου) και τον Αρχιεπίσκοπο Σιναίου Πορφύριο Α΄ (κατά κόσμο Παναγιώτης  Μαρούδας) χειροτόνησαν στον Άγιο Νικόλαο τον αρχιμανδρίτη Νεκτάριο Κεφαλά (τον μετά τον θάνατό του Άγιο Νεκτάριο) σε μητροπολίτη Πενταπόλεως. Πέθανε στα 1892.

*Μια σπάνια αναφορά ότι στην απέναντι από το μνημείο του Μιαούλη πλευρά του λιμανιού υπήρχε αντίστοιχο μνημείο του πυρπολητή Αναστασίου Ρομπότση (1800 - 1866;). Οι ακτές ήταν ακατοίκητες και οι ταφές στις εξοχές επιτρέπονταν έως τον οριστικό περιορισμό τους στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου.       
*Το ποίημα του Πέτρου Κ. Αποστολίδου (Παύλου Νιρβάνα) που απαγγέλθηκε στην Πλατεία Θεμιστοκλέους, δημοσιεύτηκε και στο πρώτο του φυλλάδιο «Δάφναι/ εις την κε΄ Μαρτίου 1821/ Εν Αθήναις/ Εκ του τυπογραφείου Αττικού Μουσείου/ 1884». Ήταν τότε 18 ετών, όταν σπούδαζε στην ιατρική σχολή. Αναδημοσιεύτηκε στα Άπαντα (4ος τόμος, σελίδες 460 - 466) που με επιμέλεια του Γιώργου Βαλέτα τύπωσε ο εκδοτικός οίκος Χρήστου Γιοβάνη (1968). «Είναι, ένα απ’ τα σπανιώτερα φυλλάδια της νεοελληνικής λογοτεχνίας» έγραψε ο Βαλέτας. Μοναδικό αντίτυπο βρήκε στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη αφού ο ίδιος ο Νιρβάνας με την μη οργάνωση των χειρογράφων, των έργων του, τις συνεχείς μετακινήσεις και το σκόρπισμα της βιβλιοθήκης του όσο ακόμα ζούσε άφησε ένα μέρος μόνο των βιβλίων του στην σύζυγο και στα παιδιά του.

 




  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου