Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Τελετές βασιλικές και προς τιμήν ξένων στον Πειραιά του 1836 - 1837.


                                                                                                        Του Δημήτρη Κρασονικολάκη. 

Ανασύρω ένα ακόμα κείμενο από το αδημοσίευτο αρχείο του Γεωργίου Κρέμου.
Είναι γραμμένο αρκετά χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα και της Αμαλίας, ύστερα από τον θάνατό τους, όταν πλέον οι μνήμες λειάνθηκαν και οι νοσταλγοί στράφηκαν στην προσπάθεια ηρωοποίησης της εποχής τους στην συνείδηση των επόμενων γενεών Ελλήνων.
Περιορίζεται στον ερχομό τους στον Πειραιά μετά τον γάμο στην Γερμανία και μας περιγράφει - σαν δημοσιογραφική ανταπόκριση - την πανηγυρική ατμόσφαιρα που επικράτησε μέχρι το ανέβασμά τους στην Αθήνα. Ύστερα αναφέρεται περιληπτικά στις αφίξεις κάποιων άλλων επισήμων, εκείνων που έκαναν για διάφορους λόγους επίσκεψη στο νεοσύστατο κράτος. Εδώ το μεταφέρω σε περίληψη και στα νεοελληνικά.

Τελετές βασιλικές.

Τελετές στην νέα Ελλάδα στα χρόνια του Όθωνα ήταν η κάθοδός του στην Ελλάδα που έγινε στις 25 Ιανουαρίου 1833, τα γενέθλιά του στις 18 Σεπτεμβρίου και η ενθρόνισή του στις 20 Μαΐου.
Στον Πειραιά αυτές οι τελετές εορτάστηκαν για πρώτη φορά στα 1836 κανονικά και φροντισμένα.
Στις 22 Ιανουαρίου προσκλήθηκε ο αστυνόμος να προετοιμάσει φωταγώγηση με λάμπες και λυχνάρια στην αγορά και στο δημαρχείο. Στις 23 ανακοινώθηκε στους κατοίκους, όπως όλα τα εργαστήρια, καφενεία, οινοπωλεία και γενικώς πάντα τα καταστήματα να μείνουν κλειστά, όλοι να βρεθούν στην εκκλησία στις 8 το πρωί. Στις 9 να φωταγωγηθούν όλες οι κατοικίες με λαμπρότητα ... Πάντως η “λυχνοκαΐα” ήταν σχετικά μικρή, επειδή μόνο 200 λυχνάρια από τενεκέ φώτιζαν την δημαρχία, την πλατεία και την αγορά, αν και ο δήμαρχος στις 27 έγραφε προς τον έπαρχο: “το δε βράδυ όλο το κατάστημα της δημαρχίας και της αστυνομίας περικυκλώθηκε από φώτα, όπως και η αγορά”.
Στα 1836 γιορτάστηκε κανονικά η τελετή της εορτής των γενεθλίων του Όθωνα καθώς και της καθόδου του στην Ελλάδα. Αλλά με μεγάλη επισημότητα προετοιμάστηκε η επιστροφή μετά τους γάμους του Όθωνα που τελέσθηκαν στις 10 Δεκεμβρίου 1836 στο Oldenburg.
Στις 23 Οκτωβρίου γνωστοποίησε η επί των Εσωτερικών Γραμματεία προς όλους τους διοικητές ότι στις μεν 24.8 έγιναν οι αρραβώνες του Όθωνα με την Amalie Marie Friederike δούκισσα του Oldenburg κόρη του μεγάλου δούκα Paul Friedrich August του Oldenburg του Holstein, στις δε 27 του ίδιου μήνα γιορτάστηκαν μεγαλοπρεπώς στην Dresden και ότι περί το τέλος Οκτωβρίου έμελλε να τελεσθούν οι γάμοι: η γνωστοποίηση να αναγνωστεί σε όλες τις εκκλησίες. Στις δε 31.10 προσκληθήκανε και οι Πειραιώτες να δοξολογήσουν την επόμενη ημέρα “όπως και πάσα η Ελλάς” τον θεό για τον επικείμενο γάμο του βασιλιά. 
Η τελετή έγινε, στην οποία όλοι παρέστησαν στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα.
Μετά την τελετή της πρώτης Νοεμβρίου άρχισαν οι προετοιμασίες της υποδοχής του βασιλικού ζεύγους. 
Στις 9.11 ζητήθηκε από το δημοτικό συμβούλιο δαπάνη χιλίων δραχμών. Στις 15 Δεκεμβρίου ο διοικητής ειδοποίησε τον δήμαρχο περί της εντός ολίγου άφιξης των βασιλέων και στις 20 αναγγέλλει ότι οι γάμοι έγιναν στο Oldenburg στις 10 Δεκεμβρίου και ότι θα αναχωρήσουν στις 22. Ο δήμαρχος το κοινοποίησε στους κατοίκους στις 23.
Ενώ ο λαός ετοιμαζόταν με μεγάλη όρεξη επί τόσες ημέρες για την υποδοχή του βασιλέα, όχι με λιγότερη λαμπρότητα εορτάστηκε στις 25.1.1837 η κάθοδος του Όθωνα στην Ελλάδα το 1833. Και πάλι τότε την προηγούμενη προσκλήθηκαν οι εντόπιες αρχές και ιδιαίτερα η Επιτροπή του Συνοικισμού των Χίων. Την ίδια ημέρα κλείστηκαν όλα τα καταστήματα και πλήθος λαού συνωστίστηκε στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, όταν ψάλθηκε η δοξολογία και για πρώτη φορά τότε μνημονεύτηκε με κατάνυξη το όνομα της νεόνυμφης βασίλισσας Αμαλίας με τις φωνές των παρόντων να κραυγάζουν με ενθουσιασμό το: Ζήτω η βασίλισσα! 
[αν και ακόμα απούσα] λέξη, που ενθύμησε στον λαό την αυτοκράτειρα της Κωνσταντινουπόλεως, που δεν είχε ακούσει από τον Μάιο του 1453. Όσο πλησίαζε η ημέρα της καθόδου, τόσο ο ενθουσιασμός κορυφωνόταν.
Τέλος ανέτειλε η 2 Φεβρουαρίου του 1837.
Οι κάτοικοι διάβαζαν ακόμα με απληστία την προκήρυξη του δημάρχου για την κάθοδο των βασιλέων, το πρόγραμμα της τελετής, όταν πολεμικό πλοίο που παράπλεε τον Σαρωνικό κόλπο ανήγγειλε με σήματα και κανονιοβολισμούς προς την κανονιοφόρο που στεκόταν στο στόμιο του μεγάλου λιμένα την προσέγγιση των νεόνυμφων βασιλέων.
Εκείνη κανονιοβόλησε τρεις φορές και αμέσως πάνω στο λόφο της Μουνυχίας υψώθηκε σήμα, με το οποίο το κανονιοστάσιο του λόφου του Φιλοπάππου ανήγγειλε προς τους κατοίκους των Αθηνών με τρεις κανονιοβολισμούς την κάθοδο των βασιλέων.
Αμέσως 50 από τους επιφανείς δημότες των Αθηνών, με προπορευόμενο τον δημοτικό πάρεδρο, έφιπποι στον δρόμο κατέβαιναν στον Πειραιά.
Στις 4 η ώρα μ. μ. έμπαινε η αγγλική φρεγάτα Portland, επί της οποίας επέβαιναν οι βασιλείς, στον λιμένα του Πειραιά, ενώ πάντα τα πολεμικά και εμπορικά πλοία ήταν εκατέρωθεν παρατεταγμένα σημαιοστόλιστα, πλήθος λαού κατευθυνόταν πιεστικά γύρω από την προκυμαία. Το απόβραδο διανυχτέρευσαν στο πλοίο. Την επόμενη 3 Φεβρουαρίου 1837 γύρω στις 11 η ώρα το πρωί άρχισε επίσημα η απόβαση, ενώ τα πληρώματα επευφημούσαν μαζί με τον λαό υπό τον κρότο των 21 βολών των τηλεβόλων. 
 Έτσι περνώντας στο μυχό του λιμένα μεταξύ στολισμένων λέμβων και μεγάλων πλοίων παρατεταγμένων εκατέρωθεν σε γραμμή αποβιβάστηκαν στην αποβάθρα της πλατείας της αγοράς.
Στον Πειραιά έγινε αυτή η προετοιμασία: αψίδα δωρικού ρυθμού υψωνόταν δέκα πήχεις μακριά από την αποβάθρα στην πλατεία στολισμένη με μυρσίνες και ροδοδάφνες και κουμαριές της Επιδαύρου κρατώντας ακόμα τον ξανθό καρπό, τις οποίες κατ’ αίτηση της 3.1.1837 έστειλε ο πάρεδρος της Επιδαύρου χάριν της τελετής των βασιλέων με επίτηδες σταλμένο πλοίο σαν μια άλλη θεωρίδα με τον πλοίαρχο Θεόδωρο Μπαζήνα. Την ίδια ημέρα δηλαδή στις 3.1.1837 στάλθηκε ο δημοτικός σύμβουλος Γεώργιος Παπαδόπουλος με τον εθνοφύλακα Γεώργιο Κορνέζη σε πολλά μέρη της Αττικής για να “προβλέψη μυρσίνας και ροδοδάφνας”. Οι πανταχού αστυνόμοι διατάχθηκαν να διευκολύνουν τον απεσταλμένο.
Μαρουσιώτες με την οδηγία του δημαρχιακού τους παρέδρου Γεωργίου Πέπα αφού έκοψαν από τον Βριλησσό χορήγησαν 50 φορτία μυρσινών, ροδοδαφνών και κουμαριών. Τοποθετούσαν τα φυτά αυτά σε έδαφος σκεπασμένο με τσόχα και λευκό ή κυανό σεντόνι καρφωμένων σε σανίδια και δοκάρια, η συνολική αξία τους μαζί με τα σχοινιά 735,25 δραχμές.
Από την αποβάθρα μέχρι την αψίδα το έδαφος ήταν καλυμμένο με μάλλινο ύφασμα και μυρσίνες. Μπροστά από την αψίδα ο δήμαρχος προσφώνησε τον βασιλέα ως εξής: “Βασιλιά. Η δημοτική αρχή του Πειραιώς θεωρεί τον εαυτό της πανευτυχή, διότι υποδέχεται πρώτη την Υ. Μ. που επανέρχεται στο βασίλειό της μετά από μακρά απουσία ... Σπεύδει με τα πλέον βαθιά αισθήματα του σεβασμού και της χαράς να προσφέρει προς την Υ. Μ. στην αίσια επάνοδό της τις υποκλίσεις των πιστών υπηκόων της που συγκροτούν σήμερα τον δήμο τούτο … Ο δήμος αυτός, βασιλιά, ιδρυμένος στις πύλες της πρωτεύουσας του βασιλείου σου, αν και μικρός και αδύναμος στην γέννησή του, έχει όμως την βεβαιότητα, ότι με την Βασιλική κηδεμονία σου δεν θα αργήσει να γίνει πόλη άξια της θέσης της και της αρχαίας της λαμπρότητας”. Κάποιο μικρό κορίτσι ντυμένο στα λευκά προσφώνησε την νεόνυμφη βασίλισσα …
Μετά τις προσφωνήσεις αυτές περνώντας οι βασιλείς την αψίδα μπήκαν σε διακοσμημένη σκηνή όπου τους υποδέχτηκαν οι αρχές … ενώ τα γύρω πλήθη επευφημούσαν, ασπάζονταν μεταξύ τους, οι δε αγωνιστές έκλαιγαν από χαρά με ξεσκέπαστες τις κεφαλές και σκύβοντας με σεβασμό.
Τέτοιος ενθουσιασμός και ελπίδες!
Αλλά ας δούμε αυτά που έγιναν στον Πειραιά από πιο κοντά.
Η διάταξη ήταν αυτή: Μπροστά από την οικία του Σταμάτη Βάλκαλη κοιτάζοντας προς τον λιμένα στέκονταν λόχος λογχιστών. Από την νέα κρήνη εκατέρωθεν της οδού μέχρι του δημαρχείου ανά βήμα στέκονταν απόσπασμα του στρατού της γραμμής. Οκτώ λογχιστές με έναν υπαξιωματικό στέκονταν δύο κοντά στην οικία του Μάνου, τρίτος κοντά στου Σέρρου κοιτάζοντας προς τον λιμένα. Δύο προς την άκρη των οικιών πάνω στην οδό που οδηγούσε στην Αθήνα. Άλλοι δύο πάνω στο ύψωμα της ίδιας οδού και οι υπόλοιποι δύο περιπολούσαν στην οδό από το παραπάνω ύψωμα μέχρι το δημαρχείο. Ο ενωμοτάρχης με τέσσερις χωροφύλακες στέκονταν κοντά στην αψίδα, δύο κοντά στην αποβάθρα, ένας πάνω στην οδό της νέα κρήνης κοντά στην θάλασσα και ένας στην κρήνη με δύο λογχοφόρους. Οι βασιλικές άμαξες στέκονταν μπροστά από το ξενοδοχείο του Τζελέπη στραμμένες προς την πλατεία. Ο λαός συνωθούμενος στους δρόμους, πάνω σε στέγες, πλοία, αμάξια, κάρα, επευφημούσε τους βασιλείς, από παντού της τότε μικρής πόλης του Πειραιά και από τους γύρω λόφους σαν λευκοντυμένος περιστερώνας από τις φουστανέλες που υπερήφανα φορούσαν ακόμα οι αγωνιστές … Μετά από σύντομη ανάπαυλα στην σκηνή οι βασιλείς αφού επιβιβάστηκαν στα οχήματα ανέβαιναν αργά παρακολουθούμενοι από τους αυλικούς σε δρόμο στρωμένο με μυρσίνες και ροδοδάφνες επευφημούμενοι από το πλήθος, στο οποίο διακρίνονταν ο αγωνιστές του 1821 δακρύζοντας από χαρά. Δεξιά κι αριστερά της πειραϊκής οδού περιέτρεχε ο λαός ασθμαίνοντας. Αφού έβγαλαν τους βασιλείς από τον ελαιώνα τούς υποδέχτηκαν επευφημούντες όλοι οι των Αθηνών, με πρώτους τα μέλη των συντεχνιών κρατώντας σημαίες. Έτσι και ο Πειραιάς και η Αθήνα με κάποιους λίγους που παραστέκονταν από αλλού συνόδευαν τους ηγεμόνες.

Τελετές χάριν των ξένων στα 1837.

Ο Πειραιάς σαν επίνειο της πρωτεύουσας ήταν συγχρόνως η πύλη από την οποία έμπαιναν από την θάλασσα όσοι ήθελαν να την επισκεφθούν. Στις 15.8.1837 προσκλήθηκε ο δήμαρχος από την διοίκηση να ετοιμάσει την υποδοχή του αρχιδούκα της Αυστρίας Ιωάννη που επέβαινε στο ατμόπλοιο Μαρία Άννα.
Στις 21 Σεπτεμβρίου την υποδοχή του August πρίγκιπα της Πρωσίας (Preußen) που επέστρεφε από τα στρατιωτικά γυμνάσια που γινόντουσαν στην νότια Ρωσία με το όνομα le comte de Mansfeld.
Στις [;] Οκτωβρίου ανακοίνωσε η διοίκηση ότι ο πρίγκιπας August της Πρωσίας με συνοδεία 17 προσώπων και ο δούκας Lichtenberg με 6 πρόσωπα θα καταπλεύσουν στον Πειραιά.

Πρώτη δημοσίευση - σε συνεπτυγμένη μορφή: Περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΟΡΟΣΗΜΟ Τεύχος 56, Ιούλιος - Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2016, σελ. 20 - 22 με τίτλο: Τελετές βασιλικές και προς τιμήν ξένων στον Πειραιά του 1836 - 1837.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ.

«Τελεταί βασιλικαί και χάριν ξένων» στον Πειραιά του 1836 - 1838.

Ερευνά και γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

Η άνωθεν κυρίαρχη εξουσία, με όποιο πρόσωπο κι αν παρουσιάζεται, στην ενέργεια να παραπλανήσει ώστε να επιβάλλει τα συμφέροντά της στους λαούς, οργανώνει και μεγαλοπρεπή θεάματα, παρελάσεις, λιτανείες, τελετές, υποδοχές, αγώνες, εκδηλώσεις, μοιράζει ανεκπλήρωτες υποσχέσεις δημιουργώντας μάταιες ελπίδες.
Ερήμην των πολλών συνθέτει τα γεγονότα, καλλιεργεί τις κατάλληλες συνθήκες, σχηματίζει το περιβάλλον και πείθει με τεχνάσματα έτσι που να δεχτούν τα κάθε φορά εκτελεστικά όργανά της με ανακούφιση, ως ελευθερωτές, ως λυτρωτές από τα δεινά τους, ως πανάκεια για το κάθε τους πρόβλημα.
Ανασύρω ένα ακόμα κείμενο από το αδημοσίευτο αρχείο του Γεωργίου Κρέμου.
Είναι γραμμένο αρκετά χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα και της Αμαλίας, του πρώτου βασιλικού ζεύγους, ύστερα από τον θάνατό τους, όταν πλέον οι μνήμες λειάνθηκαν και οι νοσταλγοί στράφηκαν στην προσπάθεια ηρωοποίησης της εποχής τους στην συνείδηση των επόμενων γενεών Ελλήνων.
Περιορίζεται στον ερχομό τους στον Πειραιά μετά τον γάμο στην Γερμανία και μας περιγράφει - σαν δημοσιογραφική ανταπόκριση - την πανηγυρική ατμόσφαιρα που επικράτησε με τους κανονιοβολισμούς, τον στολισμό της αψίδας με φυτά κι ανθισμένα ή φυλλοφόρα κλαδιά, την παράταξη των στρατιωτών και του κόσμου, τον φωτισμό των κτιρίων, τον ενθουσιασμό του πλήθους που ανάμεσά του διακρίνονταν οι φουστανελοφόροι παλιοί αγωνιστές.
Τα αισθήματα θεωρούνται ως ευνόητα, καμία αντίδραση ούτε διαμαρτυρία.   
Η ιστορία της βασιλείας, σε περιόδους στις οποίες κυριαρχούσε ο θεσμός στην πατρίδα μας, από τους λασπότοπους όπως ήταν ο Πειραιάς του 1833 έως και στις μεγαλουπόλεις της δεκαετίας του 1960, κατέγραψε αρκετά τέτοια σκηνικά υποδοχής, τελετές άφιξης βασιλέων, διαδόχων, δουκών, πριγκίπων αλλά και επισήμων προσωπικοτήτων κάθε λογής, πόσο μάλλον πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων.
Τέλος αναφέρεται περιληπτικά στις αφίξεις κάποιων άλλων επισήμων, εκείνων που έκαναν για διάφορους λόγους επίσκεψη στο νεοσύστατο κράτος.       

Τελεταί
Εάν είναι κατά Πλάτωνα η «εορτή, ιερός χρόνος κατά νόμους», τελετή καθ’ ημάς σημασίαν αύτη σήμερον έχει, είναι πολιτικός χρόνος κατά νόμους, ενώ παρά τοις παλαιοίς τελετή εδήλου ου μόνον όλως το αντίθετον, αλλά και το ιερώτατον των ιερών, τα μυστήρια.
Τελεταί δ’ εν τη νέα Ελλάδι ήσαν επί μεν Όθωνος η κάθοδος αυτού εις Ελλάδα γινομένη τη 25 Ιανουαρίου 1833 ∙ τα γενέθλια αυτού τη 18 Σεπτεμβρίου ∙ η ενθρόνισις τη 20 Μαΐου.
Εν δε Πειραιεί κατά πρώτον τω 1836 εωρτάσθησαν αι τελεταί αύται κανονικώς και πεφροντισμένως.
Τη 22 Ιανουαρίου προσεκλήθη ο αστυνόμος ίνα λυχνοκαΐαν παρασκευάση εν τη αγορά και τω δημαρχείω: τη δε 23 προυκηρύχθη προς τους κατοίκους, ίνα τη 25 όλα τα εργαστήρια, καφενεία, οινοπωλεία και πάντα εν γένει τα καταστήματα ώσι κεκλεισμένα ∙ πάντες δε παραστώσιν εν τη εκκλησία τη 8 π. μ. ∙ τη δ’ 9η ίνα φωταγωγηθώσιν πάσαι αι οικίαι λαμπρώς ∙ έναρξις δε της λυχνοκαΐας γενήσεται από του δημαρχείου, της πλατείας και της αγοράς. Αλλ’ η λυχνοκαΐα πάντως σμικρά εγένετο, διότι μόνον 200 λυχνάρια εκ τενεκέ εφώτιζον την δημαρχίαν, πλατείαν και την αγοράν, ει και ο δήμαρχος τη 27 έγραφεν προς τον έπαρχον: 
«το δε εσπέρας όλον το κατάστημα της δημαρχίας και αστυνομίας περιεκυκλώθη από φώτα, ωσαύτως και η αγορά».
Η δε τη 18 Σεπτεμβρίου τελουμένη εορτή των γενεθλίων του Όθωνος ετελέσθη τω 1836, όπως και η της καθόδου.
Αλλά μετά μείζονος επισημότητος παρεσκευάσθη η μετά τους γάμους του Όθωνος τελεσθέντας τη 10 Δεκεμβρίου 1836 εν Ολδεμβούργω.
Τη 23 Οκτωβρίου εγνωστοποίησεν η επί των εσωτερικών γραμματεία προς άπαντας τους διοικητάς ότι τη μεν 24 Αυγούστου εν τω πλησίον της Δρέσδης φρουρίω Τιλιτσίω εγένοντο οι αρραβώνες του Όθωνος μετά της Μαρίας, Φρειδερίκης, Αμαλίας δουκίσσης του Ολδεμβούργου θυγατρός του μεγάλου δουκός Παύλου Φρειδερίκου Αυγούστου του Ολστεΐνου Ολδεμβούργου, τη δε 27 του αυτού μηνός εωρτάσθησαν μεγαλοπρεπώς εν τη Δρέσδη ∙ ότι περί το τέλος του Οκτωβρίου έμελλον να τελεσθώσιν οι γάμοι: η δε γνωστοποίησις ναναγνωσθή προς απάσας τας εκκλησίας. Τη δε 31 Οκτωβρίου προσεκλήθησαν και οι Πειραιείς ίνα τη επομένη ημέρα δοξολογήσωσιν όπως και πάσα η Ελλάς τον θεόν υπέρ της όσον ούπω τελέσεως των γάμων του βασιλέως. Η τελετή εγένετο, εν η πάντες παρέστησαν εν τω ναώ του αγίου Σπυρίδωνος.
Μετά δε την τελετήν της α΄ Νοεμβρίου ήρξαντο αι προπαρασκευαί της υποδοχής του βασιλικού ζεύγους. 
Τη 9 Νοεμβρίου ητήσατο 1000 δραχμών δαπάνην παρά του δημοτικού συμβουλίου. Τη 15 Δεκεμβρίου ο διοικητής πέμπει τω δημάρχω Πειραιώς περί της όσον ούπω αφίξεως των βασιλέων και τη 20 του αυτού αγγέλλει ότι οι γάμοι ετελέσθησαν εν Ολδεμβούργω τη 10η αυτού και ότι απέρχονται εκείθεν τη 22 του αυτού, όπερ τη 23 δηλοποιεί ο δήμαρχος προς τους κατοίκους.
Ενώ δε ούτω μετά ζήλου επί τόσας ημέρας ητοιμάζοντο ο λαός εις την υποδοχήν του βασιλέως, ουχ ήττον λαμπρά εωρτάσθη τη 25 Ιανουαρίου 1837 η τω 1833 κάθοδος εις Ελλάδα του Όθωνος. Και πάλιν τότε τη προτεραία προσεκλήθησαν αι εντόπιοι αρχαί και ιδία η επιτροπή του συνοικισμού των Χίων ∙ τη δ’ αυτή εκλείσθησαν άπαντα τα καταστήματα και πληθύς λαού συνωθούντο εν τω ναώ του αγίου Σπυρίδωνος, ότε εψάλη η δοξολογία και πρώτον τότε εμνημονεύθη μετά κατανύξεως το όνομα της νεαράς νεονύμφου βασιλίσσης Αμαλίας των περιεστώτων κραυγαζόντων μετ’ ενθουσιασμού το: Ζήτω η βασίλισσα! [καίπερ έτι απούσα] λέξιν, ήτις ανέμνησε τον λαόν την αυτοκράτειρα της Κωνσταντινουπόλεως, ην από του Μαΐου 1453 δεν είχε πλέον ακούσει. Όσω δε προσήγγιζεν η ημέρα της καθόδου, τόσω ο ενθουσιασμός εκορυφούτο.
Τέλος ανέτειλεν η 2 Φεβρουαρίου του 1837. Ανεγίνωσκον έτι οι κάτοικοι απλήστως την του δημάρχου προκήρυξιν περί της καθόδου των βασιλέων, το πρόγραμμα της τελετής, ότε πολεμικόν πλοίον το παραπλέον τον Σαρωνικόν κόλπον ανήγγειλε διά σημείων και κανονοβολισμών προς την ισταμένην προ του στομίου του μεγίστου λιμένος κανονιοφόρον την προσέγγισιν των νεονύμφων βασιλέων.
Αύτη δ’ εκανονοβόλησε τρις και αμέσως επί του λόφου της Μουνυχίας υψώθη σημείον, μεθ’ ό το επί του λόφου του Φιλοπάππου κανονοστάσιον ανήγγειλε προς τους εν Αθήναις διά τριών κανονοβολισμών την κάθοδον των βασιλέων.
Αμέσως δε 50 εκ των πρωτίστων δημοτών των Αθηνών, προπορευομένου του δημοτικού παρέδρου, έφιπποι δρομάδην κατήρχοντο εις Πειραιά.
[Πάντα δε τα εν Πειραιεί πλοία πολεμικά τε και εμπορικά ήσαν σημαιοστόλιστα, ων τα πληρώματα ήσαν εν στολή. Άμα τη εισόδω εις το στόμιον εφ’ ου οι βασιλείς επέβαινον πλοίου δι’ 21 κανονοβολισμών υπεδέξαντο τους βασιλείς, αίτινες]
Τη 4η ώρα μ. μ. εισήρχετο η αγγλική φρεγάτα Πορτλαν, εφ’ ης επέβαινον οι βασιλείς, εις τον λιμένα Πειραιώς, ενώ πάντα τα εν τω λιμένι πλοία πολεμικά τε και εμπορικά σημαιοστόλιστα εκατέρωθεν ήσαν παρατεταγμένα, πληθύς δε λαού συνωθούντο περί την προκυμαίαν. Την εσπέραν διενυκτέρευσαν εν τω πλοίω ∙ τη δε επομένη 3 Φεβρουαρίου 1837 περί την 11ην ώραν π. μ. ήρξατο επισήμως η απόβασις, ενώ τα μεν πληρώματα επευφήμουν μετά του λαού υπό τον κρότον των 21 βολών των τηλεβόλων. Ούτω δε διελθόντες εν τω μυχώ του λιμένος μεταξύ εστολισμένων λέμβων των μεγάλων πλοίων εκατέρωθεν εις γραμμήν παρατεταγμένων απεβιβάσθησαν εν τη της πλατείας της αγοράς αποβάθρα. 
Ενταύθα δ’ ην η εξής παρασκευή: αψίς δωρικού ρυθμού υψούτο δέκα πήχεις μακράν της αποβάθρας επί της πλατείας μυρσίναις και ροδοδάφναις κεκοσμημένη και κομάροις της Επιδαύρου φερούσαις έτι τον ξανθόν καρπόν, ας κατ’ αίτησιν της 3 Ιανουαρίου 1837 έπεμψεν ο πάρεδρος της Επιδαύρου χάριν της τελετής των βασιλέων διά πλοίου ως άλλης θεωρίδος επίτηδες αποσταλέντος υπό του πλοιάρχου Θεόδωρον Μπαζήναν.
Τη αυτή ημέρα ήτοι τη 3 Ιανουαρίου 1837 απεστάλη ο δημοτικός σύμβουλος Γεώργιος Παπαδόπουλος μετά του εθνοφύλακος Γεωργίου Κορνέζη εις πολλά μέρη της Αττικής ίνα «προβλέψη μυρσίνας και ροδοδάφνας». Οι δε πανταχού αστυνόμοι διετάχθησαν να διεκολύνωσι τον απεσταλμένον.
Αμαρουσιώται δε υπό την οδηγίαν του εαυτών δημαρχικού παρέδρου Γεωργίου Πέπα εχορήγησαν κόψαντες εκ του Βριλησσού 50 φορτία μυρσινών, ροδοδαφνών και κομάρων.
Ετήνθουν δε τα φυτά ταύτα επί εδάφους ερυθράς ερέας (τσόχα) και οθόνης λευκής και κυανής [εξ εριούχου] επί σανίδων και δοκών προσηλωμένων, αξία δε πάντων μετά των σχοινίων 735, 25.
Από δε της αποβάθρας μέχρις αυτής το έδαφος ην κεκαλυμμένον εριούχω και μυρσίναις. Έμπροσθεν δε της αψίδος ο μεν δήμαρχος προσφώνησε τον βασιλέα ουτωσίν:
«Βασιλεύ. Η δημοτική αρχή του Πειραιώς νομίζει εαυτήν ευτυχεστάτην, διότι υποδέχεται αυτή πρώτη την Υ. Μ. επανερχόμενον εις το βασίλειόν της μετά μακράν απουσίαν, ήτις διά τα περιστατικά, τα οποία την εσυνώδευσαν ενεποίησε την μεγαλειτέραν ανησυχίαν εις όλους τους υπηκόους της. Σπεύδει δε με τα πλέον βαθέα αισθήματα του σεβασμού και της χαράς να προσφέρη προς την Υ. Μ. εις την αίσιον επάνοδόν της τας υποκλίσεις των πιστών υπηκόων της των συγκροτούντων σήμερον τον δήμον τούτον. Εις την απουσίαν της Υ. Μ. όλοι οι πιστοί σου Έλληνες εδεόμεθα ακατάπαυστα εις τον παντοδύναμον Σωτήρα της Ελλάδος υπέρ του περιποθήτου πατρός και βασιλέως μας. – Σήμερον πλήρεις χαράς πάντες αποδίδομεν προς τον αυτόν θεόν διπλάς ευχαριστίας, ότι μας επανάγει τον βασιλέα μας συντροφευμένον με την βασίλισσαν, ήτις διά των υψηλών της χαρίτων και αρετών μάς παρέχει ισχυρά εχέγγυα της διαδοχικής ευτυχίας ημών. – Ο δήμος ούτος, βασιλεύ, συστημένος εις τας πύλας της πρωτευούσης του βασιλείου σου, αν και μικρός και αδύναμος εις την γέννησίν του, έχει όμως την βεβαιότητα, ότι διά της Β. κηδεμονίας σου δεν θέλει βραδύνει να κατασταθή πόλις αξία της θέσεώς της και της αρχαίας της λαμπρότητος.»
Κοράσιόν δε τι λευχειμονούν προσεφώνησε την νεόνυμφον βασίλισσαν ούτως: «Βασίλισσα. Οι κάτοικοι του Πειραιώς προσφέρουν διά του δημάρχου των προς την Υ. Μ. τας υποκλίσεις των και την έκφρασιν των ζωηρών αισθημάτων της χαράς των διά την αίσιον έλευσίν της εις την Ελλάδα. Την χαράν και αγαλλίασιν του λαού διά το σημερινόν αξιομνημόνευτον συμβεβηκός βλέπεις, βασίλισσα, εκφρασμένην εις τα πρόσωπά των ∙ αύτη η ημέρα είναι το άκρον της ευτυχίας μας.
Ο θρόνος σας θέλει διαιωνισθή διά των υψηλών αρετών σας και όλαι αι γενεαί των Ελλήνων των πιστών υπηκόων σας θέλουν ευλογείν τα ένδοξα ονόματά σας πάντοτε.»
Μετά δε τας προσφωνήσεις ταύτας διελθόντες οι βασιλείς την αψίδα απήλθον εν κεκοσμημένη σκηνή, ενθ’ υπεδέξαντο αυτούς ο αρχιγραμματεύς και οι γραμματείς της επικρατείας, ο φρούραρχος Αθηνών, ο συνταγματάρχης επιθεωρητής του νομού Αττικής, ο διοικητής Αττικής και ο αρχηγός της χωροφυλακής, [ενώ τα πέριξ πλήθη επευφήμουν, ησπάζοντο αλλήλους, οι δ’ αγωνισταί έκλαιον εκ χαράς αποκεκαλυμμένοι την κεφαλήν και κύπτοντες μετά σεβασμού. Οίος ενθουσιασμός και ελπίδες! Αλλ’ ίδωμεν τα εν Πειραιεί εγγύτερον].
Η δε τάξις ην τοιαύτη:
Έμπροσθεν της οικίας του Σταμάτου Βάλκαλη ορώντες προς τον λιμένα ίσταντο λόχος λογχιστών ∙ από δε της νέας κρήνης εκατέρωθεν της οδού μέχρι του δημαρχείου ανά βήμα αφίσταντο αλλήλων απόσπασμα του στρατού της γραμμής ∙ οκτώ λογχισταί μεθ’ ενός υπαξιωματικού ίσταντο δύο μεν παρά την οικίαν του Μάνου, τρίτος δε παρά την του Σέρρου ορών προς τον λιμένα ∙ δύο δε προς το άκρον των οικιών επί της εις Αθήνας αγούση ∙ έτεροι δε δύο επί του υψώματος της αυτής οδού και οι υπόλοιποι δύο επεριπόλουν επί της οδού από του ειρημένου υψώματος μέχρι του δημαρχείου. Ο δε ενωμοτάρχης μετά τεσσάρων χωροφυλάκων ίσταντο παρά την αψίδα, δύο παρά την αποβάθραν, είς επί της οδού της νέας κρήνης παρά την θάλασσαν και είς παρά την κρήνην μετά δύο λογχοφόρων. Αι δε βασιλικαί άμαξαι ίσταντο έμπροσθεν του ξενοδοχείου του Τζελέπη εστραμμέναι προς την πλατείαν.
[Αλλ’ αντίθετος προς την διά προγράμματος]. Ο δε λαός συνωθούμενος παρά τας οδούς, επί των στεγών, τω πλοίων, αμαξίων, κάρρων [επευφήμει τους βασιλείς] πανταχού της τότε πολίχνης του Πειραιώς και των πέριξ λόφων ως περιστερών λευχειμόνων εκ της φουστανέλλας [ην υπερηφάνως εφόρουν οι πολλοί έτι τότε επιζώντες αγωνισταί] γενομένων αδιακόπως επευφήμουν, ησπάζοντο αλλήλους.
Μετά βραχείαν ανάπαυλαν εν τη σκηνή οι βασιλείς επιβάντες επί των οχημάτων ανήρχοντο βραδέως παρακολουθούμενοι υπό των αυλικών επί οδού εστρωμένης εκ μυρσινών και ροδοδαφνών επευφημούμενοι υπό του πλήθους, εν οις διεκρίνοντο οι αγωνισταί του 1821 δακρύοντες εκ χαράς. Εκατέρωθεν δε της [πειραϊκής] οδού περιέτρεχον ο λαός ασθμαίνοντες. Εξελθόντας δε τους βασιλείς εκ του ελαιώνος υπεδέξαντο επευφημούντες άπαντες οι των Αθηνών, ηγουμένων των συντεχνιτών κρατούντων σημαίας. Ούτω δε Πειραιεύς και Αθήναι μετά ολίγων όσων αλλαχόθεν συνδραμόντων συνπροεπέμποντο τους ηγεμόνας.
Άμα δε τη εισόδω εις την πόλιν ήρξαντο οι ωρισμένοι 101 κανονοβολισμοί ∙ παρά δε την είσοδον της οδού Ερμού έμπροσθεν αψίδος επίσης δωρικού ρυθμού, όπως και η εν Πειραιεί υπεδέξαντο τους βασιλείς ο επίσκοπος Αττικής, ο δήμαρχος, επιτροπή του δημοτικού συμβουλίου και πάντες οι εν τέλει. Το δ’ ωραιότερον θέαμα παρίστων η νεότης της πόλεως: παίδες και κοράσια λευχειμονούντες ίσταντο εκατέρωθεν της οδού έμπροσθεν της αψίδος, εκείνοι μεν αριστερά εκρατούντες εν χερσί κλάδους ελαίας, αύται δε δεξιά παρά την βασιλικήν άμαξαν φέρουσαν στέφανα εκ μυρσίνης επί της κεφαλής και περί την ζώνην σύμπλεγμα ανθέων ελικοειδές. Και είς μεν των παίδων προσήνεγκε τω βασιλεί μετά βραχείας προσφωνήσεως κλάδον ελαίας, μία δε των μικρών παρθένων στέφανον δάφνης επίσης μετά προσφωνήσεως.
Είτα δε οι βασιλείς μετά βραχείαν και του δημάρχου προσφώνησιν προήλασαν αδιακόπως επευφημούμενοι εις τ’ανάκτορα και προπεμπόμενοι υπό του λαού.        
Τριήμερος δ’ εγένετο η τελετή και επί τρεις εσπέρας εφωταγωγούντο αι Αθήναι και ο Πειραιεύς και πυρσοί εφαίνοντο επί της ακροπόλεως, των λόφων του Φιλοπάππου, του των Μουσών, του Αρείου Πάγου, του Λυκαβητού, Υμηττού, Πάρνηθος, Κορυδαλλού και του λόφου της Μουνυχίας και της κορυφής της πειραϊκής χερσονήσου. Τη δ’ επομένη Κυριακή δοξολογίαι εγένοντο πανταχού της Ελλάδος. Τη δε τρίτη ημέρα μετά την άφιξιν των βασιλέων ετελέσθησαν ιππικοί αγώνες ενώπιον αυτών. Η τελετή αύτη ήν των λαμπροτάτων εν Ελλάδι.

1838
Τη 24 Ιανουαρίου προσεκάλεσεν ο δήμαρχος τους κατοίκους, ίνα τη επομένη παριστώσιν εις την δοξολογίαν επί τη εορτή του βασιλέως.
Τη 20 Μαΐου εωρτάσθη δια δοξολογίας τα γενέθλια και η ανάβασις επί του θρόνου του Όθωνος εν τω ναώ του αγίου Σπυρίδωνος προσκληθέντων τη 16 των κατοίκων πάντων.
Τη 9 Σεπτεμβρίου προσεκλήθησαν υπό του υπουργείου οι διοικητές και υποδιοικητές εις την τέλεσιν της 18 επί τη εορτή του ονόματος του βασιλέως.

Τελεταί βασιλικαί
Τη 20 Οκτωβρίου 1838 εξητείτο ο δήμαρχος παρά του παρέδρου Επιδαύρου δέκα φορτία μυρσινών προς υποδοχήν του βασιλέως.
Τη 9 Δεκεμβρίου εωρτάσθησαν τα γενέθλια της βασιλίσσης.

Τελεταί χάριν ξένων
Ο Πειραιεύς ως επίνειον της πρωτευούσης ην η πύλη συγχρόνως, δι’ ην εισήρχοντο οι εκείνην εκ θαλάσσης επισκεπτόμενοι.
Τη 15 Αυγούστου 1837 προσεκλήθη ο δήμαρχος υπό της διοικήσεως, ίνα ετοιμάση τα προς υποδοχήν του αρχιδουκός της Αυστρίας Ιωάννου επιβαίνοντος επί του ατμοπλοίου Μαρία Άννα. Τη δε 21 Σεπτεμβρίου τα προς υποδοχήν του Αυγούστου πρίγγιπος της Προυσσίας επιστρέφοντος εκ της εν τη μεσημβρινή Ρωσσία γενομένων στρατιωτικών γυμνασίων εις Ελλάδα υπό το όνομα le comte de Mansfeld.
Τη [;] Οκτωβρ. ήγγειλεν η διοίκησις ότι ο πρίγγιψ Αύγουστος της Πρωσσίας μετά συνοδείας 17 προσώπων και ο δούξ Λαϊχτεβέργ μετά 6 θα καταπλεύσωσι εις Πειραιά.
 
ΣΧΟΛΙΑ
Μέσα στις [ ] παραθέτω προτάσεις τις οποίες ο συγγραφέας είχε διαγράψει ή φρόντισε να διορθώσει. 
«Εορτή ιερός χρόνος κατά νόμους» = Πλάτωνος Όροι.  
Βασιλεύς Όθων = Otto Friedrich Ludwig von Wittelsbach, 1815 - 1867.
Γενέθλια Όθωνος = Επίσημα αναφέρεται ότι γεννήθηκε στις 1 Ιουνίου 1815. Ο εορτασμός των γενεθλίων του στις 20 Μαΐου συμπίπτει με το ημερολόγιο που ήταν τότε σε χρήση στην Ελλάδα.
Ονομαστική εορτή του Όθωνος = Στις 18 Σεπτεμβρίου με το ημερολόγιο των Ελλήνων, 30 Σεπτεμβρίου για τους Γερμανούς. Από τον Άγιο Όθωνα που γεννήθηκε γύρω στα 1060 και πέθανε στις 30.6.1139, εορτάζεται όμως σε διάφορες ημερομηνίες, 30 Ιουνίου, 2 Ιουλίου, 30 Σεπτεμβρίου, 1 Οκτωβρίου (στην Πομερανία). 
Λυχνοκαΐα = Φωτισμός κτηρίων ή τμημάτων της πόλης με λύχνους και λάμπες, αντίστοιχος με την σημερινή φωταγώγηση με το ηλεκτρικό ρεύμα, ήταν συνηθισμένος λόγω εξαιρετικών εορτών και επετείων.   
Βασίλισσα Αμαλία = Amalie Marie Friederike, Herzogin von Oldenburg, 1818 - 1875.
Ερέα = Ύφασμα από μαλλί, τσόχα.
Εριούχος = Από το έριον. Ύφασμα από μαλλί εριφίων και αμνών.   
Παύλος Φρειδερίκος Αύγουστος = Paul Friedrich August von Oldenburg, 1783 - 1853.        
Ολδεμβούργον = Oldenburg in Holstein, διαφορετικό από την ομώνυμη πόλη της Γερμανίας που βρίσκεται κοντά στην Βρέμη.
Κόμαροι Επιδαύρου = Κόμαρος, ο θάμνος ή το δένδρο κουμαριά ή αγριοκουμαριά (Arbutus Unedo και Arbutus Andrachne).  
Λευχείμων = αυτός που φορά λευκά ενδύματα, λευκοντυμένος.   
Γενέθλια της βασιλίσσης στις 9 Δεκεμβρίου: 21 Δεκεμβρίου με την διαφορά των ημερολογίων.

[Το παρόν ολοκληρώθηκε στην Αθήνα, στο διάστημα από 25.5 έως 3.6.2016]






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου