Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Το ταξίδι του Εβλιγιά Τσελεμπί στον Πειραιά.


Όπως  το αποδίδει ο Κώστας Μπίρης στο βιβλίο του
«Τα Αττικά του Εβλιά Τσελεμπή. Αι Αθήναι και τα περίχωρά των κατά τον 17ον αιώνα». 
Αθήναι 1959.


                                                                                       Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

Ο οθωμανός περιηγητής, διανοούμενος και πιστός μουσουλμάνος Εβλιά ή Εβλιγιά Τσελεμπή (Evliya Çelebi, 1611 έως 1682 - 1684) έζησε μιά έντονη ζωή γεμάτη ανέσεις και αναγνώριση. Έλαβε μέρος σε εκστρατίες, διπλωματικές αποστολές και επιδιώκοντας να ταξιδεύει παντού, γύρισε τη Μικρά Ασία, τη Συρία, τη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο. Ανέβηκε Αυστρία, Γερμανία, Βέλγιο, Σουηδία, Πολωνία, Ρωσία. Από την Κριμαία ήλθε στην Κωνσταντινούπολη. Το συγγραφικό του έργο, που έμεινε μάλλον ασυμπλήρωτο αφού έχει αφήσει πολλά κενά, κλείνεται στο δεκάτομο «Οδοιπορικό» ή «χρονικό, ιστορία του προσκυνητή», Seyahatname ή Tarih-i Seyyah». Ίσως να μην επισκέφτηκε όλα τα μέρη που αναφέρει, οι μελετητές προσπαθούν να βρούν ποια κεφάλαια είναι προσωπικές του μαρτυρίες και ποια αντιγραφές ή φαντασιώσεις. Πάντως το 1667 κατέβηκε στην Ελλάδα. Από την Εύβοια ήλθε στην Αθήνα μέσω Κηφισιάς.
Μετά την περιγραφή της Ακρόπολης και των μνημείων των Αθηνών εξέδραμε στον Πειραιά όπου αναφέρεται στο μαρμάρινο Λέοντα.
Ύστερα επισκέφτηκε το μοναστήρι της Καισαριανής και άλλα σημεία (Χαλάνδρι, Μεσόγεια).
 Έφτασε στο Πόρτο Ράφτη και πήρε ένα πλοίο για να κάνει το γύρο της Αττικής. Περνώντας έξω από το παλιό λιμάνι της Αθήνας, έξω από το λιμάνι του Πειραιά, δίπλα από την Ψυττάλεια, αποβιβάστηκε στην Κούλουρη. Ξαναήλθε [το αναφέρει αόριστα] με πλοίο στην απέναντι παραλία της Αττικής και βρέθηκε στην Αθήνα. 
Από τον Πειραιά πάλι ταξίδεψε στα νησιά του Σαρωνικού, έμεινε μιά βραδιά στη Σαλαμίνα, έπλευσε κι έφτασε στο λιμάνι και ανέβηκε στην Αθήνα.
Το όνομά του είναι σχεδόν άγνωστο στην πειραϊκή βιβλιογραφία.
Ο αρχιτέκτονας και λαογράφος Κώστας Μπίρης (1899 - 1980) κυκλοφόρησε στα 1959 στην Αθήνα το βιβλίο «Τα Αττικά του Εβλιά Τσελεμπή. Αι Αθήναι και τα περίχωρά των κατά τον 17ον αιώνα». Στην εισαγωγή αναφέρει ότι το γραμμένο στην παλαιά τούρκικη γραφή κείμενο μεταφράστηκε τον 19ο αιώνα. 
Από τη μετάφραση του Χάμμερ στα αγγλικά ο Αλέξανδρος Α. Πάλλης μετέφερε αποσπάσματα στο βιβλίο του «Σελίδες από τη ζωή της παλιάς γενιτσαρικής Τουρκίας» (1940, το ανατύπωσε η ΕΚΑΤΗ στα 1990). Κατόπιν το όλο κείμενο μεταφέρθηκε σταδιακά στα σύγχρονα τουρκικά από την Επιτροπή Τουρκικής Ιστορίας κι άρχισε η μετάφρασή του σε άλλες γλώσσες.  Έτσι Έλληνες ερευνητές μετέφρασαν μέρη από τον Εβλιά που ενδιέφεραν τις περιοχές τους.
Ο Δημοσθένης Τζώρτζογλου δημοσίευσε στα ΕΛΛΗΝΙΚΑ (τόμος Δ΄, 1931) σημεία της περιοδείας του στην Αττική αλλά με πολλά λάθη και δυσνόητες εκφράσεις.
Κάποιες παρανοήσεις ανασκεύασε ο Θεόδοτος Σοφοκλής Αβραάμ Χουδαβερδόγλους (υπήρξε και βουλευτής στην Οθωμανική Βουλή). Με τη βοήθεια του Χουδαβερδόγλους και του αρχιτέκτονα Α. Μαυρομμάτη,            ο Μπίρης παρουσίασε αρχικά πιστότερη μετάφραση των αττικών αναφορών του Τσελεμπή στα ΑΘΗΝΑΪΚΑ, 1957, τεύχος 6 και 7. Στο τελικό του βιβλίο του 1959 με τη συνδρομή του τουρκομαθούς Ι. Α. Αργυρόπουλου βελτίωσε σημαντικά και εξέδωσε τη μονογραφία του, δηλαδη «το έργο με ακέραιο το κείμενο, όσο είναι δυνατόν πιστότερα δοσμένο στην Ελληνική και με πιο εμπεριστατωμένη την σχολίασί του» (σελ. 20).
Από το παραπάνω βιβλίο ο Παρασκευάς Ευαγγέλου στο Πειραϊκό Αρχείο, 1981, τόμος Α, σελ. 160 - 161, αντιγράφει ένα απόσπασμα από την εισαγωγή, σελ. 9 και από το κυρίως κείμενο στη σελ. 25. [Εκτενές κείμενο για τον Εβλιά, Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ο μεγάλος Τούρκος περιηγητής», στο Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Α΄, 1972, σελ. 580 - 600]
Ο Κώστας Μπίρης με τα μέσα της εποχής του αφού δίνει την σωστή κατ’ αυτόν μετάφραση [από τον 8ο τόμο της επίσημης τουρκικής έκδοσης, 1928, σελ. 248 - 275 όπως γράφει], με τις γνώσεις του στην αττική κι αθηναϊκή τοπογραφία και μνημειολογία, ταυτίζει με σχολιασμούς τα αρχαία κτίσματα και τους τόπους.
Όσον αφορά όμως στον Πειραιά, έπεσε σε λίγα σφάλματα τα οποία ίσως κατόπιν να ανασκεύασε, πράγμα που δεν το γνωρίζω.   
Εγώ θα απομονώσω τα εδάφια που μας ενδιαφέρουν και θα δώσω τη σωστή πειραϊκή διάσταση στο σχολιασμό:

Σελίδες 25 - 26: Κοντολογίς, δεν υπάρχουν και στα επτά κλίματα της γης από τα θαυμαστά του κόσμου και τα παράδοξα των αιώνων, όσα θαυμάσια, παράδοξα, παραδειγματικά και αξιοθέατα δημιουργήματα υπάρχουν σ’ αυτήν την πόλι της Αθήνας, την ευάρεστη αυτή μεγαλόπολι και στο ανοιχτόκαρδο Παλιό Λιμάνι της, στις τριγύρω θεαματικές κοιλάδες της, στο Λιμάνι του Δράκου, στο Λιμάνι του Ράφτη, στην εκκλησιά που λέγεται Κριού κεφαλή...
ΣΧΟΛΙΑ: Γοητευμένος ο Εβλιά περιγράφει ως μοναδικά στον κόσμο τα αξιοθέατα της Αττικής και θαυμάζει τη ζηλευτή θέση της Αθήνας, το τοπίο της παραλιακής της ζώνης από το Παλιό Φάληρο μέχρι τον Πειραιά.     Με την επωνυμία του παλιού λιμανιού ως «ανοιχτόκαρδο» θα εννοεί μάλλον την ωραία θέα και την άνεσή του για προσέγγιση των πλοίων σε ολόκληρο το Φαληρικό Όρμο. Λιμάνι του Δράκου ή Δράκος εξηγεί παρακάτω ο Εβλιά ότι λέγεται το λιμάνι του Πειραιά από το μαρμάρινο λιοντάρι που έμοιαζε με υπερφυσικό ον. Λιμάνι του Ράφτη είναι το Πόρτο Ράφτη, Terzi Kayası στα τουρκικά. Ονομάστηκε έτσι είτε από ένα άγαλμα που το πέρασαν ως άγαλμα κάποιου Ράφτη ή από την αρβανίτικη ομόηχη λέξη που σημαίνει Πλατανάκι. Κριού Κεφαλή [koç başı, κοτς μπασί] είπανε το μοναστήρι της Καισαριανής από το γλυπτό σε σχήμα κεφαλής ενός κριού που χρησιμεύει ως κρήνη. 

Σελίδες 52 - 54.
Για τα αξιοπερίεργα του Λιμανιού του Δράκου.
Δυό ώρες μακρυά, προς την μεσημβρινή μεριά της πόλεως, στο βάθος ενός κόλπου της Άσπρης Θάλασσας, με το όνομα Λιμάνι του Δράκου, είναι το περίφημο ανάμεσα στους θαλασσινούς, στους ναυτικούς και στους καπετανέους των ωκεανών Λιμάνι του Δράκου. Στη άκρη του μεγάλου χανιού (ξενώνος) που είναι στην αρχή της αποβάθρας της ακτής αυτού του λιμανιού, ένας μαρμαρογλύπτης έκαμε από άσπρο μάρμαρο ένα   λιοντάρι, μεγάλο όσο το ανάστημα δυό ανθρώπων, καθισμένο απάνω σ’ ένα βάθρο από άσπρο μάρμαρο και με το στόμα ανοικτό προς την θάλασσα που είναι προς την νότια μεριά. Και παρόμοια μ’ αυτό δεν μπορούν σε τούτον τον κόσμο, κι’ αν μαζευθούν όλοι οι περίφημοι ζωγράφοι, να κτυπήσουν με την σμίλη μιά γλυφή. Το κεφάλι αυτού του λιονταριού είναι όσο ένας τρούλλος χαμαμιού. Τα μπροστινά του πόδια στηρίζονται στην άκρη της θάλασσας, και κάθεται με τα πισινά του, σαν να κυττάζη τα πλοία που είναι στη θάλασσα. Εξ αιτίας αυτού του τρομερού και παράδοξης τέχνης ομοιώματος δράκου, ονομάζουν τούτο το λιμάνι Λιμάνι του Δράκου. Και τούτο είναι αξιοθέατο έργο.
Το λιμάνι αυτό χωράει 300 κομμάτια πλοία. Είναι ένα λιμάνι στρογγυλό σαν τσανάκι, που κλείνει με πόρτα. Είναι λιμάνι προφυλαγμένο από πέντε ανέμους και εξαίρετο αγκυροβόλιο. Μάλιστα, ο Τζαν Πολάτ Μουσταφά πασάς, όταν ήταν καπουδάν-πασάς (αρχηγός του στόλου), σ’ αυτό το λιμάνι αγκυροβόλησε τον αυτοκρατορικό στόλο. Και, όταν έχτιζε στο στόμιό του έναν μεγάλο πύργο, είδε αυτό το λιοντάρι και, με διάφορες μπογιές, του έκανε λογής-λογής ζωγραφιές, που τα ίχνη τους φαίνονται και σήμερα απάνω στο κορμί του λιονταριού. Αργότερα, ο σουλτάνος Μουράτ Δ΄ εκάλεσε τον Τζαν Πολάτ Μουσταφά πασά στην πρωτεύουσα και ο πύργος έμεινε ατέλειωτος. Όταν θ’ αποτελειωνόταν ο πύργος αυτός, τούτο το λιμάνι του Λιονταριού θα γινόταν ένα αληθινά σίγουρο λιμάνι. Αλλά, το δόλιο αυτό λιμάνι δεν έχει νερό στις ακτές του. Υπάρχουν όμως πολλά πόσιμα νερά στα κοντινά κτήματα.
Αυτός (εγώ) ο ταπεινός, είδα το λιοντάρι αυτό με προσεκτικό βλέμμα. Στα χρόνια των απίστων, το περίεργο αυτό θηρίο, λένε πως ήταν βρύση. Γιατί, όπως στέκεται καθισμένο στο πίσω του μέρος, έχοντας το στόμα του ανοικτό στον αέρα, και υπάρχει μπροστά στα μπροστινά του πόδια μιά μονοκόμματη μεγάλη γούρνα, γίνεται φανερό ότι ήτανε βρύση που έτρεχε και από το στόμα του ετίναζε πόσιμο νερό όσο το κορμί ενός ανθρώπου, που χυνόταν στην γούρνα, από την οποία όλοι οι καπετανέοι έπαιρναν νερό. Η πηγή του νερού αυτού υπάρχει σ’ ένα ψηλό βουνό, που το λένε Τρελλό Βουνό, δυό ώρες μακρυά προς τα ανατολικά της πόλεως της Αθήνας. Από εκεί, το νερό, λένε, ότι έβγαινε με κιούγκια (πηλοσωλήνες) και έτρεχε από το στόμα τούτου του λιονταριού. Ακόμα και σήμερα φαίνονται τα μέρη και οι αγωγοί (του).
ΣΧΟΛΙΑ: Ενώ ο Μπίρης δε σχολιάζει καθόλου το κείμενο εμείς οι Πειραιώτες μπορούμε να γράψουμε πολλά. Θα αρκεστώ σε κάποιες επισημάνσεις αφού είναι περιττό να ξαναμιλήσω αναλυτικά για τις παλιές ονομασίες του Πειραιά ως Πόρτο Λεόνε και Πόρτο Δράκο. Περισσότερα γιά το μαρμάρινο λιοντάρι στο άρθρο μου     «Ο Λέων του Πειραιώς», Εφημερίδα ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ, Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 1997, σελ. 18, όπου γράφω στην εισαγωγή: Porto Leone, P. Lione, Porto Lion, Port (de) Lion, Lyon, P. Leo, P. di Leo, Porto Draco,     P. Dracone, Δράκος, Aslan Limani. Έτσι έλεγαν και έγραφαν το έρημο λιμάνι του Πειραιά οι Φλωρεντινοί, Βενετοί, Ιταλοί, Φράγκοι, Έλληνες και Τούρκοι στους αιώνες της περασμένης χιλιετίας, μέσα από τις ιστορικές περιπέτειες που τράβηξε ο τόπος μέχρι το 1835.
Akdeniz λέγεται η Μεσόγειος και κατ’ επέκταση το Αιγαίο (Ege Denizi). Ο Εβλιγιά είδε στην τότε αποβάθρα του Πειραιά το πανδοχείο - χάνι - κατάλυμα που εξυπηρετούσε τους ταξιδιώτες και τους ναυτικούς αλλά δεν αναφέρει καθόλου τη Μονή του Αγίου Σπυρίδωνα. Φυσικά, αφού δεν είχε κτιστεί ακόμα..
Είναι όμως από τους «τυχερούς» που αντίκρισε το λιοντάρι εκεί, στη θέση του, είκοσι χρόνια πριν το απαγάγει ο Μοροζίνι στη Βενετία. Το μνημονεύει σαν εντελώς απαράμιλλο, μοναδικό στο είδος του, αξιοθέατο.
Πλάθοντας το παραμύθι του, απέδωσε στον Τζαν Πολάτ Μουσταφά Πασά [Canpolat Mustafa Paşa] το χτίσιμο του πύργου της εισόδου του λιμένα και τη χάραξη των επιγραφών - σβησμένες σχεδόν και δυσνόητες σήμερα - στις πλευρές του λέοντα. Όταν λοιπόν αναγκάστηκε να φύγει, ο πύργος έμεινε ατελείωτος, δεν κατορθώθηκε η φύλαξή της περιοχής από τους πειρατές και τους εχθρούς της αυτοκρατορίας και έτσι ο Πειραιάς έχασε την ευκαιρία να γίνει ένα ασφαλές και κανονικό λιμάνι..
Δεν αποκλείεται πάνω στα ερείπια του αρχαίου πύργου στην άκρη της εισόδου του προλιμένα να είχε χτιστεί ένας πιο νέος. Η ακτογραμμή ήταν άνυδρη αν και ο Εβλιγιά πληροφορήθηκε ότι υπήρχε νερό στα κοντινά κτήματα. Οι αρχαίοι υδραγωγοί είχαν εγκαταληφθεί και αχρηστευθεί.  Ένας μεγάλος σε μήκος «αγωγός ύδατος για τις ανάγκες του στόλου», [ένας δεύτερος νοτιότερα] και μιά δεξαμενη στη θέση προς τη σημερινή Πλατεία Καραϊσκάκη υπήρχε ήδη στα 1687, που μπορεί να τον έφτασε ο Εβλιγιά. Δεξαμενές και πηγάδια είναι σίγουρο - το βεβαιώνουν και οι περιηγητές - ότι είχαν φτιαχτεί και ανοιχτεί στις μάντρες, στα χωράφια και στις εξοχικές αγροικίες. Τρελό Βουνό, deli dağ, ονομαζόταν ο Υμηττός.  
  
Σελίδες 62 - 63. Από εκεί, όταν γυρίση (κανείς) τον κάβο της Αλυκής και πάη προς τα βορειοδυτικά, κατά μήκος της ακρογιαλιάς, φθάνει στην παραλία του Παλιού Λιμανιού (Εσκί Λιμανί) της πόλεως της Αθήνας. Στην γλώσσα των Φράγκων, το όνομα αυτού του λιμανιού είναι Πόρτο Οβάκιο (Πόρτο Βέκιο).
Προς τα δυτικά αυτού του λιμανιού είναι το Λιμάνι του Δράκου της Αθήνας που στη γλώσσα την Φράγκων το όνομά του είναι Πόρτο Λέο. Τον παλιό καιρό, οι άπιστοι στο στόμιο τούτου του λιμανιού έρριξαν πέτρες και χρειάζεται μεγάλη προσοχή όταν μπαίνη κανείς σ’ αυτό το λιμάνι. Αυτές οι πέτρες βρίσκονται στην ανατολική μεριά του λιμανιού. Από το λιμάνι αυτό έως ότου φτάση (κανείς) στο κάστρο των Μεγάρων είναι τριάντα πέντε μίλια... Ανάμεσα στο λιμάνι αυτό της Αθήνας και του νησιού Κούλουρη είναι ένα μικρό νησάκι, που το λένε νησί Χαράμι. Από το λιμάνι της Αθήνας το νησάκι Χαράμι είναι δυό μίλια (μακρυά). Είναι πολύ κοντά ώστε ακούγεται η φωνή του πετεινού. Αλλά στο ενδιάμεσο προς το νησάκι αυτό περνούν άνετα τα πλοία.
Το νησί Κούλουρη είναι νησί με πεύκα και κέδρα. Όλες οι μεριές του είναι τόπος όπου πιάνει πολύ καλά η άγκυρα. Το μεταξύ της παραλίας (της Αττικής) και του νησιού Κούλουρη είναι ένα μίλι και το βάθος της θάλασσας πέντε οργιές.
Υπάρχει στην Κούλουρη μιά εκκλησία, το όνομά της το λένε Άγιος Νικόλαος. Τα πλοία που φθάνουν στο νησί αυτό, αράζουν μπροστά στην εκκλησιά. Τα πόσιμα νερά βρίσκονται στις πευκόφυτες ρεματιές.
Από εκεί εγυρίσαμε πάλι προς τα δυτικά και φιλοξενηθήκαμε στου Ιμπραήμ-αγά, βοεβόδα της μεγάλης πόλεως της Αθήνας, και καταγίναμε και πάλι στην εξέτασι της καταστάσεως της Αθήνας.
ΣΧΟΛΙΑ: Αλυκή είναι η παραλία της Αναβύσσου. Ως το Παλιό Λιμάνι της Αθήνας, το Porto Vecchio στα ιταλικά που γράφει ο Εβλιά, ταυτίζει ο Μπίρης (σελ. 9, 25 - 26, 62) το λιμανάκι στους Τρείς Πύργους, στου Ξηροτάγαρου [ήταν κτηματίας του τόπου] στο λόφο με το ναό του Αγίου Γεωργίου στο Παλιό Φάληρο. Πράγματι εκεί ήταν σύμφωνα με τις γραπτές μαρτυρίες το λιμάνι της αρχαίας Αθήνας πριν ο Θεμιστοκλής το μεταφέρει στον Πειραιά. Δε γνωρίζει όμως καλά τα πειραϊκά, δεν είχε υπ’ όψη του τον βενετικό χάρτη του 1687 (είκοσι χρόνια αργότερα) και τις άλλες πηγές που βεβαιώνουν ότι Παλιό λιμάνι της Αθήνας θεωρούσαν στα μεσαιωνικά χρόνια και το λιμένα της Μουνιχίας, το σημερινό Μικρολίμανο. Στον εν λόγω χάρτη σημειώνεται ως Porto vecchio dAttene. Αλλού τον βρίσκουμε ως Porto Phalericus, Phalerus. Οι πέτρες ανατολικά του λιμανιού είναι τα λείψανα των αρχαίων οχυρώσεων και των λιμενικών έργων που βούλιαξαν με την άνοδο της στάθμης. Νόμιζαν ότι είναι ύφαλοι. Χαράμι ονομάζει ο Εβλιγιά την Ψυττάλεια αλλά φαίνεται έπειτα να τη μπερδεύει και με την Ύδρα (σελ. 68).  
Η Σαλαμίνα λέγεται Kulur στα τουρκικά από μιά αρχαία ελληνική ονομασία της.  
Ο Μπίρης έγραψε (σελ. 9 και 63) ότι αποβιβάστηκε «στο λιμανάκι του Κερατσινιού» και ξαναγύρισε στην Αθήνα, από τη δυτική της πλευρά, μέσω του δρόμου της Κούλουρης (όπου ένα τμήμα της είναι η οδός Ορφέως). Αυτό δε το διεκρινίζει ο Εβλιά, οπότε είναι αυθαίρετη η γνώμη του. Δεν γνωρίζω κάτι για τον Ιμπραήμ αγά, ο Μάρκος Κομίνης έχει εκδόσει τα ονόματα των βοεβόδων από το 1752 έως το 1821.   

Σελίδα 67. Ενώ περιδιαβάζαμε έτσι σ’ αυτήν την πόλη της Αθήνας και καλοπερνούσαμε, έδωσε ο Θεός και ήρθε απεσταλμένος από την πρωτεύουσα και διάβασε βασιλική διαταγή για την προμήθεια εφοδίων για το νησί της Κρήτης. Και, σύμφωνα με το αυτοκρατορικό διάταγμα (φιρμάνι) εμπήκαμε στην φρεγάτα του καπετάνιου Αλή Μπαλή από το Λιμάνι του Δράκου και επήγαμε να προμηθευθούμε τσούλια, τροβάδες, σούβλες και βαμβάκι, από τα δώδεκα νησιά με τη σειρά Αίγινα, Πόρο, Χαράμι, Δοκό, Τσάμτιτζα κλπ.   
ΣΧΟΛΙΑ: Η πολιορκία του Χάνδακα της Κρήτης κράτησε δυό χρόνια ακόμα, ως το 1669 που παραδόθηκε στου Τούρκους από τους Βενετούς. Ο,τιδήποτε χρειαζόταν ο στρατός το έπαιρναν οι εισπράκτορες κυρίως με τη βία, τη φορολόγηση των υπηκόων και σπάνια με αγορά.
Η σύγχιση όσον αφορά στα ονόματα συνεχίζεται, βρήκα ότι Çamlica - Çamlicalar λέγεται η Ύδρα στους σύγχρονους τουρκικούς χάρτες ενώ σύμφωνα με τον Μπίρη (σελ. 68): «Τσάμιτσα (τσάμι =πεύκο) είναι μετάφρασις του αρχαίου ονόματος Πιτυούσα, από το οποίον προέκυψε το Πέτσα - Σπέτσα». Οι Σπέτσες όμως λέγονται από τους γείτονές μας Suluca - Sulucalar. Küçük Çamlica ο Δοκός, Domala ο Πόρος.
Εδώ γράφει λίγα πράγματα για την Αίγινα Egene, περιγράφει σε μιά παράγραφο τη Σαλαμίνα όπου φιλοξενήθηκαν μιά νύχτα και εισπράξανε 2.000 για το δημόσιο, έχει ένα κενό στο οποίο παραλείπει εντελώς ένα νησί, και συνεχίζει:

Σελίδα 69. «Από εκεί πάλι, με αέρα ψυχρό και δυνατό, εφθάσαμε, δόξα τω Θεώ, στο Λιμάνι του Δράκου της πόλεως της Αθήνας και, την ώρα που αράξαμε, έφθασαν δυό μεγάλα ντελίνια από την Ισπανία, χαιρέτησαν με κανονιές τον βοεβόδα της Αθήνας και τους Φράγκους προξένους και έφεραν άφθονα δώρα στους επίσημους. Αμέσως την άλλη μέρα, εγώ ο ταπεινός αποχαιρέτησα όλους τους φίλους..».
ΣΧΟΛΙΑ: Πολύ χαρακτηριστική σκηνή στην τουρκοκρατία ήταν ο ερχομός ξένων πλοίων στον Πειραιά και η δωροδοκία των τοπικών αρχών από τους καπετάνιους τους για να έχουν διευκολύνσεις. Πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα στα 1667 ήταν ο   M. Châtaignier που είχε αντικαταστήσει τον Jean Giraud. [Ο Ζιρό παρέμεινε στην πόλη κι έγινε πρόξενος της Αγγλίας. Είχε νυμφευθεί στα 1662 τη Σοφία Σκλήρη]  
Τέλος από τη Χασιά, το κάστρο των Κουντούρων (μεσαιωνικό αρβανίτικο χωριό, βόρεια της Μάνδρας, δεν κατοικείται) και τα Μέγαρα κατευθύνθηκε προς την Πελοπόννησο.
Η πειρατεία ήταν σε έξαρση στην ακτή από την Ελευσίνα προς τα Μέγαρα. «Περάσαμε.. και ύστερα..τα παραλιακά, απόκρημνα, πετρώδη πευκόφυτα και επικίνδυνα μέρη, όπου κρύβονται χριστιανικές φρεγάτες και καρτέρια καταραμένων» (σελ. 70).


Πρώτη καταγραφή και δημοσίευση στο Blog από παλιές σημειώσεις μου, Ιούλιος 2013.                                  

1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετικα ενδιαφερον για την ευφυη αναζητηση πολιτισμικών στοιχειων που μονο μεσα από ένα οδοιπορικο δια ζωσης ταξιδι μπορει να επιτευχθει συνοσευομενο παντα απ την κυριαρχη οξυδερκή ματια του Εβλιγια Τσελεμπη-

    ΑπάντησηΔιαγραφή